ADVERTISING
Παρασκευή 18-10-19
«Η κούκλα» του γνωστού συγγραφέα Αλέξανδρου Αδαμόπουλου

09 Αυγούστου 2019 - 15:50

«Η κούκλα» του γνωστού συγγραφέα Αλέξανδρου Αδαμόπουλου

Η κούκλα

Οι οδηγίες τού Πλοιάρχου ήταν σαφείς: Μέσα σε τρεις μήνες· το αργότερο αρχές Δεκεμβρίου, έπρεπε να ’χει τελειώσει ο έλεγχος στο Τμήμα Νοσηλίων: Κανένα ρέστο και μηδενική ανοχή πάνω σ’ αυτό. Η θέση χήρευε κάνα χρόνο και τώρα· μόλις ανέλαβα, έπρεπε να βγάλω εγώ το φίδι απ’ την τρύπα και σε τρεις μήνες να ελέγξουμε δαπάνες νοσηλίων δεκατριών μηνών. Βέβαια, η μετάθεσή μου εκεί, ήταν πολύ καλή γιατί είχα αποφύγει να πάω σε κάποιο πλοίο, και με είχαν στείλει κατ’ ευθείαν στο Αρχηγείο, όπου υποτίθεται θα πέρναγα καλά, όλη την υπόλοιπη θητεία μου ως Επίκουρος Σημαιοφόρος: Προϊστάμενος λέει στο Τμήμα Ελέγχου Νοσηλίων. Μαζί με την παλιά καραβάνα την κυρία Βασιλείου, λίγο πριν βγει στη σύνταξη, τον Χρίστο τονναύτη, που όμως δε μέτραγε· αφού δεν έκανε δουλειά γραφείου, μα ουσιαστικά ήταν ορντινάντσα του Πλοιάρχου και την αφελή νεαρή Ελένη· νιόπαντρη μαμά μιας τρίχρονης κόρης, που έπρεπε ντε και καλά να μαθαίνουμε όλοι τι σκανταλιά έκανε και τι καινούργιο είπε χθες.

Στην αρχή μ’ έπιασε σύγκρυο· γιατί εγώ δεν είχα ιδέαν από αρρώστιες και γιατρούς, ούτε από συνταγές νοσηλείες και νοσήλια, ούτε από τίποτα τέτοιο, κι αμέσως με φαντάστηκα αθώο θύμα, να με πηγαίνουνε σαν πρόβατο επί σφαγήν, μπλεγμένον άθελά μου σε κάποιο μέγα σκάνδαλο με γιατρούς, μίζες και φάρμακα. Ευτυχώς, καμία σχέση· άλλοι τα ελέγχανε αυτά. Εμείς το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν απλές πράξεις αριθμητικής: Αν όντως δύο επί δύο κάνει τέσσερα κι όχι σαράντα, κι αν τέσσερα συν τέσσερα κάνει οχτώ κι όχι οχτώ χιλιάδες. Χρήσιμο είναι κι αυτό να το ξέρεις· μην τύχει και στη φέρει κάποιος στα καλά καθούμενα και βρεις το μπελά σου κι από πάνω: Τι έδωσαν, τι πήρανε, τι ξόδεψαν οι διάφορες μονάδες· πόσους αρρώστους είχαν, πώς τους νοσήλεψαν, πόσες μέρες τον καθένα, τι φάρμακα, τι ορούς, τι  επεμβάσεις… Άσε που ανοίγει η όρεξη, έτσι ανεξέλεγκτοι όλοι, ένα χρόνο τώρα…

Σε δυο μέρες, αφού ενημερώθηκα πλήρως, πήγα στον Πλοίαρχο να τού πω να μην ανησυχεί και να τον διαβεβαιώσω πως τρεις μήνες ήταν αρκετοί και πως αρχές Δεκεμβρίου δεν θα είχαμε απολύτως κανένα ρέστο, και πως εκείνες τις μέρες θα ελέγχαμε τις τρέχουσες δαπάνες τής κάθε μονάδας. Αντί να ευχαριστηθεί, με κοίταξε βαριεστημένος και μού πέταξε σαρκαστικά: «Σαν πολύ αισιόδοξος είστε κύριε Σημαιοφόρε!» Α το μαλάκα! Με θύμωσε: Απ’ τη μια μεριά να μάς βάζει να δουλεύουμε σαν είλωτες, με τελεσίγραφα κι απ’ την άλλη να μάς υπονομεύει ο ίδιος, αντί να μάς ενθαρρύνει. Αλήθεια, με θύμωσε. Και με πείσμωσε.

Πέρ’ απ’ το νοσοκομείο, μαζί με τα πλοία τού Στόλου και τα διάφορα φυλάκια εδώ κι εκεί, είχαμε τότε εκατόν είκοσι μονάδες που ελέγχαμε κάθε μήνα. Το ’βαλα στοίχημα λοιπόν με τον εαυτό μου να τα φέρω όλα στα ίσα τους μέσα σε τρεις μήνες. Η νεαρή Ελένη, αν καιεμφανώς ανεπαρκής -απορώ πως είχε πάρει μετάθεση στο Αρχηγείο- έδειχνε πρόθυμη να συνεργαστεί, όσο εγώ ήμουν ακόμα προθυμότερος ν’ ακούω για τα καμώματα τής κόρης της. Απ’ αυτήν συνεπώς έπρεπε ν’ αρχίσω, διότι η κυρία Βασιλείου ήταν εντελώς για δέσιμο: Αν δε σ’ έπιανε μονότερμα κάνα μισάωρο κάθε πρωί, χτυπώντας τον φραπέ της, για να σού διηγηθεί πώς μάλωσε χθες το απόγεμα με το γιό της ή το βράδυ με τον άντρα της, ήταν αδύνατο να στρωθεί στη δουλειά. Πρώτα την Ελένη λοιπόν. Πολύ σωστή κίνηση: Διότι απλούστατα, σε λίγες μόνο στιγμές, η φιλαρέσκεια τής πενηντάρας κυρίας Βασιλείου, που οχυρωμένη πίσω απ’ τα χαρτιά της παρακολουθούσε πολύ καλά τι έλεγα στη νεαρή συνάδελφό της, εθίγει. Και μόνο που με είδε να παίρνω την καρέκλα μου και να κάθομαι δίπλα στην ωραία Ελένη, για να τής εξηγήσω καλύτερα τι εννοώ, άρχισε να βράζει… Κι αφού άκουσε και κατάλαβε πολύ καλά τι σύστημα σκόπευα να εφαρμόσω για να τελειώσουμε μιαν ώρ’ αρχύτερα (ελέγχοντας στοχευμένα κάθε μονάδα για όλους τους προηγούμενους μήνες μαζί κι όχι, γενικά κι αόριστα, τα νοσήλια τού κάθε μηνός) σηκώθηκε, πήγε στον γκρίζο φωριαμό και πήρε μόνη της, πολύ επιδεικτικά, τον τεράστιο φάκελο τού νοσοκομείου -που ασυζητητί ήταν ο πιο σημαντικός από πλευράς δαπανών- κι άρχισε να τον ελέγχει κάθετα μήνα προς μήνα, μ’ ένα ευχαριστημένο, σνομπ υφάκι τού στυλ ‘σιγά τ’ αυγά’...

Η Ελένη απ’ την άλλη μεριά· πανευτυχής που κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει, άρχισε δειλά-δειλά τη δουλειά απ’ την επομένη κιόλας. Και θέλοντας ίσως ν’ αποδείξει πως ξέρει να κάνει πρόσθεση με αριθμομηχανή -άντε και κάνα πολλαπλασιασμό- γρήγορα πήρε μπρος κανονικά κι αυτή. Κι όσο πιο πολύ καθόμουν δίπλα της κι ήμουν όλος αυτιά για τις σκανταλιές τής κόρης της, τόσο πιο γρήγορα προχώραγε η δουλειά. Κι όσο πήγαινα και στην κυρία Βασιλείου, και κάπνιζα μαζί της σα φουγάρο,  και τής πετούσα κάθε τόσο και καμιά κουβέντα για τον A. S. Neil, και την αντιαυταρχική του, λέει, εκπαίδευση, τόσο το Τμήμα Ελέγχου Δαπανών Νοσηλίων πέταγε, φυσούσε, δούλευε ρολόι· αδυνάτιζαν οι φάκελοι που ασφυκτιούσαν τόσους μήνες, κι εγώ άρχισα να είμαι αισιόδοξος, πως μάλλον θα τα καταφέρναμε. Ναι. Ως κι ο Πλοίαρχος πήρε χαμπάρι πως κάτι γίνεται στο γραφείο και μού είπε «Βλέπω τα πάτε καλά», δείχνοντάς μου πως καλοθελητές και σπιούνοι, πάντα υπάρχουνε παντού. «Και ποιος είναι αυτός ο Νήλ;» ρώτησε μισογελώντας καχύποπτα, μιαν άλλη φορά. «Η κυρία Βασιλείου, τον αναφέρει κατ’ επανάληψη. Είναι ενθουσιασμένη μαζί σας, κύριε Σημαιοφόρε. Περιττόν όμως να τονίσω πως δεν χρειάζονται πολλές οικειότητες με το πολιτικό προσωπικό.» Όχι βέβαια· άκου λέει: Αποστασιοποίηση. Ήταν πολύ της μόδας άλλωστε αυτή η λέξη τότε. Σιγά μην έχω παρτίδες με την Ελένη την άσχετη και με την κυρία Βασιλείου· τι μ’ ένοιαζε εμένα; Εγώ την πενθήμερή μου ήθελα να σιγουρέψω, που σε μια στιγμήν αδυναμίας μού έταξε ο Πλοίαρχος· αν όντως τελειώναμε αρχές Δεκέμβρη.

Ένα πρωινό, όταν είχαμε πια σχεδόν τελειώσει, και το στοίχημα έμοιαζε κιόλας κερδισμένο, μπαίνοντας στο Αρχηγείο κι αφού χαιρέτισα τον φρουρό, πήρε το μάτι μου σε μιαν άκρη στο τέρμα τού διαδρόμου, την κυρία Βασιλείου ν’ ακούει με προσοχή την Ελένη, που πήγαινε η γλώσσα της ροδάνι κι όλο έλεγε κι έλεγε και σταματημό δεν είχε· χειρονομώντας έντονα. Ποιος ξέρει τι να τής έλεγε, φλυαρώντας έτσι ξαναμμένη. Α πα πα· μακριά… Γι’ αυτό κι εγώ προσπέρασα, αφήνοντάς τους μια γρήγορη καλημέρα στον αέρα, πηγαίνοντας στο γραφείο και μη θέλοντας διόλου ν’ ανακατωθώ στα δικά τους. Κι όλη μέρα δεν έκατσα στιγμή δίπλα τους ούτε γι’ αστείο κι ήμουν εντελώς κλειστός κι αδιαπέραστος, μέσαστα γυαλιστερά κουμπιά μου, όσο κι αν η κυρία Βασιλείου τριγύρναγε συνέχεια μες στα πόδια μου κι ησυχία δεν εύρισκε και με φερμάριζε ασταμάτητα· να με ξεμοναχιάσει και να μού πει. Ε, κάποια στιγμή τα κατάφερε και «Έδεσε την κόρη της χθες!» μού πέταξε έντρομη, με φρίκη. «Τι πράμα;» «Σας λέω, κύριε Σημαιοφόρε· μάλωσε χθες το απόγεμα με τον άντρα της και μετά για να ηρεμήσει, έβαλε να σιδερώσει· κι επειδή φαίνεται η μικρή είχε κουντουρντίσει μ’ όλον αυτό τον σαματά και την ενοχλούσε, η Ελένη την πήρε και την έδεσε!» «Πώς την έδεσε; » «Μα αυτό σας απασχολεί; εδώ λέμε την έδεσε!» ούρλιαξε η άλλη. «Σας παρακαλώ κυρία Βασιλείου· θα νομίζουν πως μαλώνουμε...» Ευτυχώς συγκρατήθηκε στο παρά ένα, και πήγε και κρύφτηκε μέσα στους ανοιχτούς φακέλους της, ψειρίζοντας δήθεν κάτι τελευταίους λογαριασμούς· να μη φανεί πως μιλούσε μαζί μου, γιατ’ είχε πάρει με την άκρη τού ματιού της την Ελένη που ερχόταν στο γραφείο κρατώντας ένα σάντουιτς στο χέρι.

Τι απ’ όλα: Ένα τέρας· αν όχι με αγγελικό τουλάχιστο με αδιάφορο πρόσωπο; Μια εν δυνάμει Μήδεια, που θα μπορούσε να υποτροπιάσει σε πρώτη ευκαιρία; Στρες· φόρτος εργασίας; Σύγκρουση καθηκόντων; Άγνοια; Κι ο Νήλ; Τι θα έλεγε ο Alexander Neil για τη μικρή Μαρία, που την έδεσε χθες η μαμά της; Αλλά και πάλι· μήπως τελικά όλ’ αυτά δεν ήταν παρά υπερβολές τής κυρίας Βασιλείου; Έν’ ακόμα θάψιμο· τώρα που τελειώσαμε κι έρχονταν οι ετήσιες κρίσεις πριν τα Χριστούγεννα; Τι απ’ όλα; Αναρωτιόμουν ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην Ελένη, μες από έναν δικό μου μισάνοιχτο φάκελο, καθώς μασούλαγε πανευτυχής, σα γίδι, κοιτώντας άδεια τον απέναντι τοίχο. Εγώ πάντως το κέρδισα το στοίχημα, την άδειά μου την πήρα, τη δουλειά την τελειώσαμε, το τμήμα δουλεύει μια χαρά· οπότε χέστηκα αν η Ελένη είναι η Μήδεια τής πλαϊνής πόρτας ή αν δεν είναι, κι αν έχει φυσιολογικούς οργασμούς ή όχι. Την άλλη βδομάδα έχουμε και τη γιορτή των Χριστουγέννων. Θα μαζευτούνε όλοι, με γυναίκες και παιδιά. Αγκαλιές φιλιά. Θα παίξουν τα παιδιά, θα παίζ’ η μπάντα, θα πουν τα κάλαντα στον Αρχηγό θα ’ρθουν οι κάμερες, θα φαν θα πιούν, θα μοιραστούνε δώρα.

«Τι κάνει η μικρή;» ρωτάω μόλις βγήκε απ’ το γραφείο η κυρία Βασιλείου που την είχε ζητήσει ο Πλοίαρχος. «Μια χαρά είναι! Την έδεσα χθες!» μού λέει γελώντας. «Τι έκανες;» «Την έδεσα!... » και τίναξε με την άκρη τωννυχιών κάτι ψιχουλάκια απ’ το γιακαδάκι της. Τι να ρωτήσεις τώρα: Πώς την έδεσες; Πού την έδεσες; Με τι την έδεσες; Γιατί την έδεσες; Κι ο άντρας σου ήταν εκεί; Και σ’ έβλεπε; Πόσην ώρα την είχες δεμένη; Και μετά· τι έκανες· πώς ήτανε, τι έγινε μετά; Τι να ρωτήσεις· τι απ’ όλα αυτά; Μ’ έβλεπε που την κοιτούσα σα χάνος και γέλασε αθώα. «Σιγά μωρέ, δεν έγινε και τίποτα! Έν’ αστείο ήτανε…» «Α, έν’ αστείο!..» «Ε ναι· τι… Με είχε τρελάνει όλο τ’ απόγεμα, και την έδεσα για μια ωρίτσα… Μετά την έλυσε ο μπαμπάς, την ταΐσαμε, κι ύστερα κοιμήθηκε σαν πουλάκι…» Αυτά.

Παραμονή Χριστουγέννων, στη γιορτή, την έφερε και μού τη σύστησε η μαμά. Ξύπνιο, ζωντανό ανθρωπάκι, ομορφούλικο, όχι σκιαγμένο· αν και καμιά φορά κοιτούσε λοξά κάτω απ’ τα φρύδια. «Πώς σε λένε;» «Πες στον κύριο πώς σε λένε!» «Μαρία…» Μού έφτανε μέχρι το γόνατο. Την πήρα αγκαλιά. Τής γέλασα. Ξεθάρρεψε. Τη φύσηξα στη μούρη. Γέλασε, γέλασα. Αυτό ήταν· τα φτιάξαμε. Και την πήγα να την προσγειώσω εκεί που ήταν μαζεμένα κι άλλα παιδάκια,  κοντά στο μεγάλο στολισμένο δέντρο με τα πακεταρισμένα δώρα·παρακολουθώντας την από μακριά, χωρίς να με βλέπει.Όσο κι αν η κυρία Βασιλείου με είχε βάλει συνέχεια στο στόχαστρο και μού κουνούσε με νόημα το κεφάλι, γουρλώνοντας τα μάτια, και κάνοντάς μου νοήματα, θέλοντας μού πει, να μού φωνάξει «Ορίστε, βλέπετε· ιδού κατάντια, να το αθώο θύμα…» εγώ δεν μπορώ να πω ότι εκείνο το διαβολάκι, που τα πήγαινε μια χαρά με τ’ άλλα μικρά κι ήταν κιόλας αρχηγός τής παρέας, πέρ’ απ’ το ότι ούρλιαζε και τσίριζε ίσως λίγο πάρα πάνω απ’ τ’ άλλα, είχε φανερές ενδείξεις κάποιου ψυχικού τραύματος. Οπότε, μιας και με φώναξε ο Πλοίαρχος, πήγα κι έπιασα κουβέντα μαζί του κι έπαψα πια ν’ ασχολούμαι με τα παιδιά που είχαν πάρει τα δώρα τους -κούκλες, πατίνια, μπάλες- και καθότανε καθένα στη γωνιά του ανοίγοντας το πακέτο του· να δει τι τού έλαχε.

Έκανε κι ο Αρχηγός ένα πέρασμα· ίσα-ίσα να μας πολυχρονίσει λέγοντας δυο κουβέντες για τις γιορτές, κι έφυγε. Έφυγε κι ο Πλοίαρχος μαζί του. Όχι· χαζός ήταν να ’μενε. Μού έκανε νόημα μόνο να φροντίσω εγώ να κλείσω το γραφείο του. Εμένα άρχιζε η πενθήμερή μουαπό εκείνη τη στιγμή και δεν με χωρούσε ο τόπος πια· ήταν κι η μπάντα που μ’ εκνεύριζε, έτσι ξεχαρβαλωμένα που έπαιζε τη μια αμερικανιά μετά την άλλη, και μιαν ευκαιρία γύρευα να το σκάσω κι εγώ.

Είχαν ήδη είχαν φύγει οι περισσότεροι υπάλληλοι όταν ξαφνικά βούιξε όλη η αίθουσα· έτσι που η Ελένη φώναζε πολύ δυνατά τη μικρή. Παγώσαμε. Τι συμβαίνει; Και την είδα να τρέχει αλαφιασμένη, σαν τρελή, με αγωνία από ’δώ κι από ’κεί γυρεύοντάς την. Είχε χαθεί η μικρή Μαρία. Δεν γίνονται αυτά τα πράματα· τι θα πει είχεχαθεί; Εδώ είναι· πού να πάει; Έκανα νόημα στους δυο Ναυτονόμους και στον Αϊ-Βασίλη· που ήταν ο Χρίστος, ο ναύτης μου, να βοηθήσουν αμέσως. Η Ελένη, φαίνεται, πριν ξεσπάσει, την έψαχνε αρκετή ώρα τη μικρή και δεν την έβρισκε πουθενά. Τώρα, σε υστερική κρίση, εκτός ελέγχου εντελώς, έτοιμη ήταν να λιποθυμήσει. Αυτό δα μας έλειπε! Η κυρία Βασιλείου, όλο νοήματα με γουρλωμένα μάτια, ανήσυχη κι αυτή· αν και λιγάκι ευχαριστημένη κάπου: «Δεν σας στα έλεγα εγώ; Ενός κακού, μύρια έπονται…» Την παρακάλεσα να κάτσει μαζί με την Ελένη, να την ηρεμήσει που ούρλιαζε όλο και πιο δυνατά· μη μας μείνει στον τόπο και δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε κι έτριξα τα δόντια στον Αϊ-Βασίλη και στους Ναυτονόμους «Ψάξτε παντού, γαμώ το!Τουαλέτες, φωριαμούς, γωνιές, ντουλάπια· παντού! » Και δώσ’ του όλο τζιγκλ μπελ η μπάντα στο βάθος που δεν είχε πάρει χαμπάρι ακόμα, τι συμβαίνει.

Πήγα να κλείσω το γραφείο τού Πλοιάρχου. Και τραβώντας φουρκισμένος πίσω μου την πόρτα, μόλις πριν αρχίσω να κλειδώνω, ξάφνου ξύπνησα κι άνοιξα πάλι αμέσως: Χριστέ μου· θα την κλείδωνα μέσα! Κάτωστο χαλί, στα πόδια τού γραφείου, δίπλα στη μεγάλη γυριστή πολυθρόνα, η Μαρία είχε κάνει φωλιά και με κοιτούσε λοξά· σαν κουτάβι που ’χει κάνει ζημιά και γελά και κλαίει μαζί και τρέμει και κουνά την ουρά του.Φωλίτσα κανονική· μαζί με το μεγάλο πακέτο τού δώρου της, τους φιόγκους, τις κορδέλες κι όλα τα λεπτά χαρτιά που τυλίγαν την κούκλα της. «Τι κάνεις εκεί;» τής λέω γελαστά, πλαγιάζοντας κι εγώ το κεφάλι κι ανοίγοντάς της την αγκαλιά μου. «Την έδεσα!» μού φωνάζει γελώντας και πετάγεται με ανοιχτά τα χεράκια της μες απ’ τα χοντρά σκαλιστά λεοντοπόδαρα τού γραφείου κι έρχεται και πέφτει μες στην αγκαλιά μου. «Την έδεσα!» Θέλοντας και μη γελάω κι εγώ τώρα: Δυνατά, φτιαχτά, μα γελάω· τι άλλο να κάνω; Την παίρνω αγκαλιά, την τινάζω στον αέρα, γελάει, γελάω, «Την έδεσα!» φωνάζει και ξεκαρδίζεται λιγωμένη, όσο πιο ψηλά την τινάζω, και πάμε έτσι στη μεγάλη αίθουσα, όπου η Ελένη μισολιπόθυμη στεκόταν χαμένη ανάμεσα στην κυρία Βασιλείου και στον Χρίστο τον Αϊ - Βασίλη, που είχε βγάλει  σκούφο, μουστάκες και γένια, και τής έκανε αέρα. Ουφ! «Άντε βρε Ελένη, μας κατατρόμαξες. Δεν ήταν τίποτα· έπαιζε το παιδί.» τής είπα, αφήνοντας απαλά τη μικρή στην αγκαλιά της. Και κάνοντας νόημα στον Χρίστο: «Πήγαινε τώρα, με τρόπο, στο γραφείο τού Πλοιάρχου· λύσε την κούκλα απ’ τα πόδια τής καρέκλας, βαλ’ την πάλι κανονικά στο κουτί και φέρ’ την αμέσως εδώ.»  


Αθήνα 7 Αυγούστου 2019
©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
[email protected] hotmail.com



 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ό,τι νεότερο!
 
ADVERTISING
Τα πιο διαβασμένα
ADVERTISING
ADVERTISING