ADVERTISING
Σάββατο 19-06-21
4 Αθηναίoι που έφυγαν για το χωριό -Eνας make up artist φυτεύει μελιτζάνες στη Γαύδο

04 Ιουνίου 2021 - 10:43

4 Αθηναίoι που έφυγαν για το χωριό -Eνας make up artist φυτεύει μελιτζάνες στη Γαύδο

Ένας διάσημος make up artist, μια μαγείρισσα, ένας σχεδιαστής ιστοσελίδων και μια ιδιοκτήτρια εστιατορίου εγκατέλειψαν την πόλη, αναζητώντας την ηρεμία που σου προσφέρει η ζωή στη φύση. Έχτισαν τη ζωή τους από την αρχή στο χωριό, με τα ίδια τους τα χέρια, χρησιμοποιώντας χώμα και νερό και την είδαν να καρποφορεί. 

Πάντα μια κρίση είναι αυτή που σε βγάζει από τα κουτάκια σου και σε κάνει να δεις τη ζωή με άλλο μάτι. Μια προσωπική κρίση ή μια διεθνής οικονομική ύφεση σαν αυτή που ξέσπασε μετά το 2010 ή μια υγειονομική κρίση σαν αυτή που ζούμε τώρα. Τις περιόδους κρίσης ιστορικά τη μεγαλύτερη πίεση τη δέχονταν τα αστικά κέντρα. Έτσι και τώρα οι πόλεις μέσα στην πανδημία απογυμνώθηκαν και άνοιξε ξανά μια μεγάλη συζήτηση για αποκέντρωση. Τελικά είναι τόσο μεγάλη η απόφαση να φύγεις από την πόλη όταν τα πράγματα ζορίσουν για να αναζητήσεις την τύχη σου στο χωριό; 

Η ιδέα να αφήσεις τη ζωή στην πόλη και να χτίσεις μια νέα ζωή από την αρχή στην εξοχή, σε ένα χωριό, σε ένα νησί, δεν είναι φυσικά καινούργια. Πολύ πριν αλλάξει το τοπίο της εργασίας η πανδημία υπήρχε σαν όνειρο ζωής για πολλούς ανθρώπους. Μόνο που δεν τολμούσαν να πάρουν τη μεγάλη απόφαση και να γυρίσουν την πλάτη σε μια  καλά προστατευμένη ζωή, μακριά από τη φύση, σε μια περίκλειστη καθημερινότητα χτισμένη με ωράριο 9:00 με 5:00.

Στη λογοτεχνία, κυρίως την αμερικανική μετά το 1950, αυτή η εξέγερση του σύγχρονου ανθρώπου από τον ασφυκτικό κλοιό της οργανωμένης αστικής ζωής στα προάστια, έχει καταγραφεί από σπουδαίους συγγραφείς όπως οι Τζον Τσίβερ, Τζον Άπνταϊκ, αλλά και ο Ελία Καζάν στον Συμβιβασμό.

Η επανάσταση των κουστουμαρισμένων υπαλλήλων γραφείων, όπως ο Ντον Ντρέιπερ του Mad Men, που κάθε πρωί έπαιρναν για χρόνια τον προαστιακό σιδηρόδρομο για να πάνε στις δουλειές τους στις μεγαλουπόλεις, που στοιβάζονταν στις πλατφόρμες του τρένου σαν ψάρια με καπέλα fedora και τα απογεύματα έκαναν BBQ σε τέλειες ολόιδιες αυλές με γκαζόν, αλλά μια ωραία ημέρα τα εγκατέλειπαν όλα για να απελευθερωθούν από τη μέγγενη του αμερικανικού ονείρου, έχουν στοιχειώσει το μεταπολεμικό φαντασιακό.  

Webex από το μποστάνι 

Η πανδημία και η ανάγκη της τηλεργασίας όμως έκανε αυτή την απόφαση να εγκαταλείψεις την πόλη για να ζήσεις στην εξοχή να φαντάζει πιο φυσική. Η καραντίνα και η εξ' αποστάσεως εργασία έγινε η αφορμή για πολλούς ανθρώπους να μετακομίσουν με τα laptops τους, στην αρχή προσωρινά και μετά μόνιμα, στα εξοχικά τους σπίτια, να επιστρέψουν στα χωριά τους, να πάνε να τηλε-εργαστούν από ένα νησί μέσα στο καταχείμωνο.

Ο εγκλεισμός στην πόλη λόγω covid19 ήταν για τους περισσότερους ανθρώπους ζόρικος, μοναχικός. Οι βεράντες έγιναν καταφύγιο και τα λίγα φυτά στις γλάστρες η μόνη επαφή με τη φύση. Ακόμα και άνθρωποι που δεν ήταν φυσιολάτρες άρχισαν να νιώθουν νοσταλγία για τη μυρωδιά του νωπού χώματος μετά τη βροχή, για την ευεξία που νιώθεις όταν περπατάς σε έναν χωματόδρομο ανάμεσα σε άσπαρτα χωράφια, για τη χαρά σου όταν βλέπεις τα πρώτα μαρούλια που έσπειρες μόνος σου να μεγαλώνουν στο μποστάνι. Ξαφνικά τα επαγγελματικά meetings στο Zoom ή το Skype ή το Webex γέμισαν με συζητήσεις για τη σημασία μιας βόλτας στην ερημιά, για τα τριζόνια που ακούγονταν μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, για ερημικές φουρτουνιασμένες θάλασσες, για την ηρωική έξοδο από τις πόλεις. 

Ο make up artist που ζει σε τροχόσπιτο στη Γαύδο 

Μια χαρακτηριστική περίπτωση ανθρώπου που αντί να εργάζεται εξ' αποστάσεως από το σπίτι του στην Αθήνα, αποφάσισε να μετακομίσει μόνιμα σε ένα νησί της άγονης γραμμής, συνεχίζοντας όμως την ίδια δουλειά, με τηλεργασία, είναι ο Μάνος Βυνιχάκης.

Πρόκειται για έναν από τους πιο γνωστούς και καταξιωμένους beauty experts στη χώρα μας. Έχει υπογράψει το μακιγιάζ σε άπειρα editorial μόδας για διεθνή περιοδικά όπως η Vogue, το Marie Claire, το Elle, το Madame Figaro και το Harper’s Bazaar, ενώ έχει συμμετάσχει σε fashion shows Ελλήνων και ξένων σχεδιαστών, όπως οι Dolce & Gabbana, DSquared2, Valentino, Oscar de la Renta, Βασίλης Ζούλας, Miro, Deux Hommes, Απόστολος Μητρόπουλος κ.ά.. Πριν από έναν χρόνο, μόλις είχε λήξει η πρώτη καραντίνα, αποφάσισε να φύγει από την Αθήνα και να πάει να ζήσει μόνιμα στη Γαύδο. Αγόρασε ένα οικόπεδο και μία τροχοβίλα που τη μετέφερε με το αυτοκίνητο και την έστησε στο καλύτερο σημείο ώστε να βλέπει από τα παράθυρά της τη θάλασσα. Λίγο πιο δίπλα, κάτω από ένα αρμυρίκι τοποθέτησε ένα τραπέζι και μετά έφτιαξε ένα μικρό μποστάνι.

«Η ζωή στη Γαύδο θέλει ίσως μεγαλύτερη οργάνωση στο θέμα των προμηθειών. Πέρα από δυο μίνι μάρκετ με μαναβική δεν υπάρχουν καταστήματα στο νησί και ότι χρειαζόμαστε τα παραγγέλνουμε από την Κρήτη ή από το διαδίκτυο. Ο χειμώνας κυλάει ευχάριστα με παρέες, μαζέματα σε σπίτια, βόλτες σε μονοπάτια, καμιά μπιρίμπα δίπλα στη ξυλόσομπα, δουλειές στο χωράφι. Απλά πράγματα. Τα βράδια καμιά ταινία. Αυτό που χρειάζεται για να πάρει κάποιος μια τέτοια απόφαση είναι να έχει γνώση του τι χρειάζεται για να είναι ευτυχισμένος. Να έχει ένα διαφορετικό χρηματιστήριο "αξιών"».

Ο Μάνος Βυνιχάκης δεν εγκατέλειψε τη δουλειά του, την κάνει απλώς από το διαδίκτυο. «Ξυπνάω σχετικά νωρίς, κατά τις 7, θα φτιάξω ένα αφέψημα με κρητικά και ντόπια βότανα και θα απολαύσω τη θέα και τον καθαρό αέρα του χωριού. Αν έχω κάποιο βίντεο-πρότζεκτ να δουλέψω στον υπολογιστή για το κανάλι μου στο Youtube ή έχω να γράψω για κάποιο site ομορφιάς με αυτά που συνεργάζομαι, θα στρωθώ στη δουλειά. Αν δεν έχω να δουλέψω στον υπολογιστή θα ασχοληθώ με τις δουλειές του χωραφιού. Όλο και κάποια εργασία θα πρέπει να γίνει. Έχω ένα μικρό μποστάνι για να μπορώ να τρώω φρέσκα λαχανικά και αυτή την περίοδο έχει ντομάτες, πιπεριές, κολοκύθια, μαρούλια και κρεμμύδια. Πριν λίγες μέρες έβαλα και σπόρους για βλίτα. Θέλει και αυτό τη φροντίδα του. Να το παρατηρείς καθημερινά, να βλέπεις πως μεγαλώνει τι χρειάζεται, να προσέχεις μην το φάνε οι ακρίδες γιατί έχουμε άπειρες εδώ». Η επαφή με τη φύση, με τη γη είναι αναζωογονητική, εξηγεί. Προσφέρει ηρεμία.

«Δημιουργεί κάτι μαγικό που αποτυπώνεται σε κάθε σου κύτταρο». Φυσικά υπάρχουν στιγμές μοναξιάς. Όπως εξομολογείται ο ίδιος του λείπουν κάποιοι στενοί του φίλοι και συγγενείς. Αλλά έχουν γίνει πια τόσο εύκολες οι μετακινήσεις που μπορείς ανά πάσα στιγμή να επιστρέψεις εύκολα για λίγο στην Αθήνα. Δεν είναι ολόκληρη Οδύσσεια το ταξίδι όπως παλιά. Το χειμώνα κάνει πεζοπορίες στην ερημιά, την άνοιξη και το καλοκαίρι κολυμπάει, ζει στη θάλασσα. Ωστόσο, δεν είναι όλα ρόδινα, υπάρχουν και  δυσκολίες.

«Έχω μεγάλο ζήτημα με το νερό. Δεν μου δίνουν από το δήμο άδεια υδροδότησης. Αγόρασα ένα χωράφι και επειδή δεν μπορούσα να κτίσω έβαλα ένα τροχήλατο-ρυμουλκούμενο τροχόσπιτο νέας γενιάς όπως είχα δει να κάνουν και άλλοι κάτοικοι του νησιού. Εγώ το νερό το έχω αιτηθεί για το χωράφι μου και επειδή ζω σε τροχόσπιτο δεν μου το δίνουν γιατί είναι παράνομη μια τέτοια σύνδεση. Το τροχόσπιτο ωστόσο είναι αυτόνομο και δεν χρειάζεται σύνδεση με κανένα σταθερό δίκτυο. Εξυπηρετούμαι με ένα μικρό ντεπόζιτο που γεμίζω. Το νερό το θέλω για να μπορώ να έχω μια βρύση στο χωράφι όπως όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι. Τώρα εξυπηρετούμαι από το γείτονα μου χάρη στο φιλότιμό του. Θα αναγκαστώ όμως να εγκαταλείψω αυτή την προσπάθεια για μόνιμη κατοικία στη Γαύδο αν δεν λυθεί αυτό το πρόβλημα και οι μόνιμοι κάτοικοι από 71 που είμαστε τώρα θα ξαναγίνουν 70».

Από μαγείρισσα αγρότισσα 

Υπάρχουν όμως άλλοι άνθρωποι που αλλάζοντας τόπο κατοικίας άλλαξαν εντελώς και δουλειά. Η Βίκυ Καπουτσή εργαζόταν ως μαγείρισσα και η απόφασή της να αλλάξει δουλειά και να φτιάξει μια φάρμα που παράγει φρέσκα βιολογικά προϊόντα ήρθε σταδιακά. Η ίδια η καθημερινότητα την οδήγησε να μετατρέψει το εξοχικό σπίτι στην Ερέτρια της Εύβοιας σε μόνιμη κατοικία.

«Ήταν μια απόφαση που πάρθηκε χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς να έχει προηγηθεί καμιά δραματική περίοδος "αναζήτησης". Όταν αποφασίσαμε να μετατρέψουμε το εξοχικό σε χώρο μόνιμης κατοικίας, αυτό έγινε απλώς και μόνο επειδή περνούσαμε όλο και περισσότερο χρόνο εκεί, και η επιστροφή στην Αθήνα γινόταν με όλο και πιο βαριά καρδιά. Σταδιακά, το κέντρο βάρους της ζωής μας μετατοπίστηκε από την πόλη στην επαρχία.

Η πιο αποφασιστική στιγμή, νομίζω, ήταν όταν βάλαμε το πρώτο μας μποστάνι: ήταν το σήμα πως εδώ τώρα υπάρχει κάτι που μας δεσμεύει, κάτι που θέλουμε να φροντίζουμε. Κάτι πραγματικά δικό μας και εντελώς καινούργιο. Ήταν λίγο όπως αφήνεις για πρώτη φορά οδοντόβουρτσα στο σπίτι του νέου συντρόφου σου. Από εκείνο το πρώτο μποστάνι ξεκίνησε η Αρότρια: από τη χαρά τού να φτιάχνεις κάτι από ένα σπόρο και να είναι τόσο καλό ώστε να θες να το μοιραστείς και με άλλους». Η καθημερινότητα της Βίκυς χωρίζεται στις δουλειές στο χωράφι και στις δουλειές του σπιτιού. Τα πρωινά τα περνούν στο κτήμα. Όσο πιο ζεστός είναι ο καιρός, τόσο πιο νωρίς ξεκινά η μέρα της. Φροντίζει τις καλλιέργειες και τα ζώα της. Η Γούπι η κατσίκα της, αλλά και η Μέριλιν το γουρουνάκι είναι ήδη πολύ αγαπητές στα social media μέσα από τη σελίδα της Αρότριας στο Facebook.

«Οι αγροτικές δουλειές είναι  σωματικά απαιτητικές και από κείνες που σίγουρα λερώνεις πολύ τα χέρια σου – αυτό εύκολα μπορεί να το καταλάβει κανείς. Ταυτόχρονα όμως απαιτούν και πολύ αυξημένη εγρήγορση και παρατηρητικότητα, γιατί έχεις να κάνεις με ζωντανούς οργανισμούς. Πρέπει να έχεις διαρκώς τον νου σου για σημάδια, τι δεν πάει καλά, ενδεχομένως, με τα τάδε φυτά, ή γιατί μοιάζει πιο φουσκωμένη η κοιλιά εκείνου του προβάτου, να ξέρεις να αναγνωρίζεις το πρόβλημα και να επεμβαίνεις άμεσα». Όταν γυρίζει στο σπίτι από το χωράφι ετοιμάζει τις παραγγελίες της Αρότριας,  επικοινωνεί ηλεκτρονικά ή τηλεφωνικά με τους πελάτες και οργανώνει τις επόμενες δουλειές

«Όλα αυτά όμως γίνονται, σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνουμε, πιο εύκολα όταν το μάτι σου μπορεί να ξεκουραστεί στη θέα της θάλασσας, την οποία έχουμε την τύχη να βλέπουμε από το σπίτι». Έπειτα είναι και τα πλάσματα με τα οποία συμβιώνουν, τρία σκυλιά και τέσσερα γατιά -«η ιδιότυπη οικογένειά μας», όπως λέει η Βίκυ- που κάνουν την κάθε μέρα σωστό γλέντι. Νιώθει όμως ποτέ μοναξιά ή ότι είναι απομονωμένη στην εξοχή; «Η επαφή με το κοινωνικό περιβάλλον της μικρής πόλης είναι περιορισμένη. Μόνο στο διάστημα της απαγόρευσης μετακινήσεων νιώσαμε έλλειψη επαφής, αφού δεν μπορούσαν να έρχονται οι δικοί μας, πολύτιμοι άνθρωποι στο σπίτι ή να πηγαίνουμε εμείς στην Αθήνα».

Η ζωή σε ένα υγιές καθαρό περιβάλλον, με οξυγόνο, χαρίζει άλλη ποιότητα ζωής, κάνει τα απλά πράγματα πολυτέλεια. «Η επαφή με τη γη και τα ζώα, με μια πιο πρωτογενή συνθήκη ζωής, σε μαθαίνει να εκτιμάς πολύ περισσότερο ό,τι είναι ζωντανό. Αποκτάς άλλες προτεραιότητες. Αποκτάς και μικρότερη ανοχή στο ασήμαντο. Για μας στάθηκε πάρα πολύ σημαντική αναβάθμιση το ότι καταναλώνουμε ιδίως λαχανικά, αυγά και γαλακτοκομικά που παράγουμε, τρόφιμα δηλαδή απείρως νοστιμότερα και πιο φρέσκα από οτιδήποτε βρίσκαμε στην πόλη. Ταυτόχρονα, η εύκολη πρόσβαση στη θάλασσα είναι πάντα μια ανακούφιση, μια τεράστια πολυτέλεια. Είναι δύσκολο να μετρηθεί αυτό αντικειμενικά. Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν μπορούμε πια να φανταστούμε τη ζωή μας χωρίς αυτά τα στοιχεία: την άνεση χώρου, την ομορφιά του τοπίου και την ποιότητα της διατροφής». Φυσικά όμως υπάρχουν δυσκολίες. Η αγροτική ζωή έχει μεγάλη  κούραση.

«Καμιά συνθήκη δεν είναι ιδανική, εννοείται αυτό. Εμείς είχαμε την τύχη να πάρουμε από την πόλη, από την τριβή με τον κόσμο, όλα τα μαθήματα που έχει ανάγκη κανείς προκειμένου να αποκτήσει αυτό που λέμε "ορίζοντα", καλλιέργεια. Ήρθαμε στην επαρχία με τις μπαταρίες του μυαλού μας φορτισμένες. Ό,τι ζούμε εδώ, είναι μια ακόμα μεγαλύτερη διεύρυνση του ορίζοντά μας. Εξακολουθούμε να μαθαίνουμε πράγματα, ενώ έχουμε φτάσει πια στη μέση ηλικία. Η φύση δεν είναι καθόλου η καλόβολη μητέρα. Δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Σου δίνει, αλλά σου παίρνει κιόλας, απαιτεί. Καμιά φορά είναι κουραστικό αυτό και μπορεί να σε κάνει να νοσταλγήσεις την ασφάλεια του αστικού περιβάλλοντος. Αλλά δεν διαρκεί πολύ. Εκείνο που μας λείπει συχνότερα είναι η πληθώρα των επιλογών στην πόλη, η σπαζοκεφαλιά αν θα πας στο τάδε ή στο δείνα εστιατόριο, αν προτιμάς τα καθίσματα εκείνου ή του άλλου κινηματογράφου (και ο ίδιος ο κινηματογράφος, ή το εστιατόριο, προφανώς).

Και όσο κι αν ακούγεται παράξενο, ο ελεύθερος χρόνος, που έχοντας να διαχειριστούμε τα πάντα, από τη σπορά μέχρι την αποστολή των προϊόντων μας, είναι πολύ, πολύ περιορισμένος. Αλλά οι φίλοι μας είναι πάντα εκεί (ή εδώ), κι αυτό είναι πάντα μια τεράστια δικλείδα ασφαλείας». Η Βίκυ έστησε την Αρότρια πολύ καιρό πριν την πανδημία που έκανε την καθημερινότητα στις πόλεις πιο δύσκολη και τη ζωή στην εξοχή να φαντάζει σε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους όνειρο ζωής. «Η πανδημία έφερε το ζήτημα της υγείας, γενικά, στο προσκήνιο.

Νομίζω ότι περνάμε σε μια εποχή μεγαλύτερης συνειδητότητας για το πώς ζούμε γενικά και το τι καταναλώνουμε στο πιάτο μας ειδικότερα, κι αυτό φάνηκε στην εντυπωσιακή αύξηση της δουλειάς μας τους τελευταίους μήνες. Δεν ξέρω αν θα μεταφραστεί και σε "έξοδο" των ανθρώπων από τα αστικά κέντρα – σ’ αυτό ίσως παίξει περισσότερο ρόλο η επέκταση της εξ αποστάσεως εργασίας και η ψηφιοποίηση πολλών υπηρεσιών. Η ελληνική επαρχία παραμένει κοινωνικά και πολιτιστικά "στενή". Χρειάζεται να έχει κανείς αρκετά ανεπτυγμένη αίσθηση αυτάρκειας και καλή εσωτερική ζωή για να περάσει καλά, να ευχαριστηθεί τα θετικά της και να μπορεί να αντιπαρέλθει τα αρνητικά. Δεν είναι για όλους, και είναι απόλυτα θεμιτό αυτό. Απλώς, σε μας λειτούργησε ιδανικά».

Από την Καλιφόρνια, στου Ψυρρή και μετά την ύφεση σε χωράφι στην Τζια 

H Marcie Mayer πριν βρεθεί στην Τζια να σχεδιάζει τις ετικέτες για τα βιολογικά προϊόντα που φτιάχνει η ίδια και ο σύζυγός της στη φάρμα Red Tractor Farm, ήταν δασκάλα ζωγραφικής, διακοσμήτρια και μετά ιδιοκτήτρια εστιατορίου. Το 1984 ήρθε στην Ελλάδα για διακοπές και ερωτευμένη με τη χώρα μας αποφάσισε να μην επιστρέψει στην Καλιφόρνια.

Το 1989 άνοιξε ένα εστιατόριο στου Ψυρρή, το Blue Velvet. Πολύ πριν ξεσπάσει η διεθνής ύφεση η ίδια βίωσε τη δική της οικονομική κρίση και πήρε την απόφαση να φύγει από την Αθήνα με την κόρη της και να ζήσουν μόνιμα στην Τζια. Μετά από λίγα χρόνια, το 2005, παντρεύτηκε τον Κώστα Μαρούλη ο οποίος κι εκείνος είχε επιστρέψει στο πατρικό του στο νησί μετά από σπουδές στο εξωτερικό. Μαζί δημιούργησαν το 2008 το Κόκκινο Τρακτέρ στα οικογενειακά κτήματα του Κώστα. Με προσωπική εργασία έφτιαξαν έναν ξενώνα και μία μικρή μονάδα παραγωγής βιολογικών μαρμελάδων, σπαθόλαδου και βελανιδιών.

«Η δουλειά μου περιστρέφεται γύρω από την ετήσια συγκομιδή βελανιδιού, παράγοντας αλεύρι βελανιδιού και μπισκότων με βελανίδι. Βοηθάω τους επισκέπτες στον ξενώνα και διευθύνω ένα μικρό κατάστημα με βιολογικά προϊόντα στο αγρόκτημα, όπου πουλάμε βιολογικό κρασί, ελαιόλαδο και φυσικά όλα τα προϊόντα που παράγω με τους καρπούς από τις βελανιδιές μου. Η αγροτική ζωή είναι μόνο για ανθρώπους που τους αρέσει η σκληρή δουλειά. Δεν έχει καμία σχέση με τη ζωή ενός υπαλλήλου που δουλεύει με ωράριο 9-5». Υπάρχουν πάντα εκκρεμότητες, πράγματα που πρέπει να επιλυθούν, 24 ώρες το 24ωρο, 365 ημέρες το χρόνο.  Όπως εξηγεί η Marcie Mayer, η ζωή στην εξοχή αν και ακούγεται ιδανική δεν είναι για όλους, είναι πολύ μοναχική. 

Το πρώτο οικολογικό «χωριό» στην Ελλάδα  

Στη βόρεια Εύβοια στο Τελέθριο όρος μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι ήθελαν να ζουν αυθεντικά στη φύση χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον, δημιούργησε μέσα σε ένα δάσος με καστανιές και πλατάνια μια πρότυπη πράσινη κοινότητα που λειτουργεί ως σχολείο αυτάρκειας και βιωσιμότητας. «Το Free and Real ιδρύθηκε στην Αθήνα το 2008 από πολλούς νέους ανθρώπους που αναγνώρισαν την κρίση που υπάρχει σε κάθε πτυχή του ανθρώπινου πολιτισμού: περιβάλλον, υγεία, εκπαίδευση, οικονομία κ.ά.

Μέσα από δράσεις μας στην Αθήνα για δύο χρόνια συνειδητοποιήσαμε ότι μόνο αν κάνουμε πράξη τα όσα προτείναμε θα είχαμε και μεγαλύτερο αντίκτυπο, έτσι και πήραμε την απόφαση τον Σεπτέμβριο του 2010 να έρθουμε στην βόρεια Εύβοια και μα ξεκινήσουμε το εγχείρημα» εξηγεί ο Απόστολος Σιάνος, ιδρυτής της ΜΚΟ Free and Real, πρώην σχεδιαστής ιστοσελίδων. Στην αρχή δεν υπήρχε τίποτα, καμία υποδομή, μόνη η γυμνή γη, ακατέργαστη και τραχιά. Χρειάστηκε πολλή δουλειά για να μπουν όλα σε μία σειρά.

«Αντιμετωπίσαμε πολλές δυσκολίες ειδικά μέχρι να υπάρχει ένα επίπεδο υποδομών, αλλά δεν το συγκρίνω με την ζούγκλα της Αθήνας που μεγάλωσα και το χάος για την επιβίωση που επικρατεί εκεί. Δεν θα επέστρεφα ποτέ σε αυτό τον τρόπο ζωής». Πώς είναι όμως η ζωή όχι απλά σε ένα χωριό στην επαρχία, αλλά ουσιαστικά σε μια απομονωμένη μικρή κοινότητα μέσα στο βουνό; «Κάθε ημέρα είναι διαφορετική, υπάρχουν κάποιες καθημερινές υποχρεώσεις όπως το μαγείρεμα, αλλά συνήθως διαμορφώνουμε την ημέρα το πρωί και ανάλογα με τις ανάγκες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιλέγουμε τι θα κάνουμε. Φροντίζουμε τον κήπο και χτίζουμε οικήματα με φυσικά υλικά και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Έντεκα χρόνια που ζω εδώ δεν έχω ζήσει ίδια ημέρα».  Τον ρωτάω πώς παίρνει κανένας τη μεγάλη απόφαση να αφήσει μια οργανωμένη ζωή στην πόλη. 

«Πραγματικά μετά τα πρώτα δύο/τρία χρόνια που υπήρχε ένα μικρό άγχος για το αν θα τα καταφέρουμε εδώ, η ζωή μου άλλαξε, είμαι πολύ ήρεμος, χαρούμενος και απολαμβάνω να διαμορφώνω την ημέρα μου όπως θέλω εγώ. Κάθε ταξίδι μου στην Αθήνα επιβεβαιώνει μέσα μου ότι έκανα την σωστή επιλογή. Δεν μου λείπει τίποτα πλέον από την πόλη, με εξαίρεση ένα σινεμά και κάποια συναυλία που όποτε θέλω μπορώ να πάω, έχουμε τα πάντα εδώ. Διοργανώνουμε δικά μας φεστιβάλ, εργαστήρια και σεμινάρια που καλύπτουν κάθε ανάγκη επαφής και μάθησης. Επίσης, μιας και μας επισκέπτονται χιλιάδες άνθρωποι από κάθε γωνία του πλανήτη, είναι σαν να ταξιδεύουμε κι εμείς». Ο Απόστολος Σιάνος ελπίζει ότι η υγειονομική κρίση του Covid19 θα ωθήσει ανθρώπους των πόλεων να αναζητήσουν μια άλλη ζωή, πιο υγιή και ουσιαστική, στην εξοχή. «Μακάρι αυτή η πανδημία να σπρώξει και άλλους ανθρώπους προς την φύση και μακριά από τις πόλεις, να δημιουργήσουν δικές τους οάσεις και εμείς είμαστε πάντα έτοιμοι να τους στηρίξουμε σε αυτήν τους την απόφαση. Βλέπουμε τα σημάδια ότι ο κόσμος δεν αντέχει άλλο στις πόλεις, ειδικά μετά από την καραντίνα, πολλοί άνθρωποι επικοινωνούν μαζί μας για να βρούνε γη ή να ζητήσουν συμβουλές πριν πάρουν τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψουν τις πόλεις». 

 

 

 

 

 

 

iefimerida.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ό,τι νεότερο!
 
Τα πιο διαβασμένα