ADVERTISING
Παρασκευή 17-09-21
«Οι διαφορετικοί άνθρωποι κάνουν τον κόσμο καλύτερο»: O Τάκης Ζαχαράτος στη συνέντευξη της ζωής του

27 Ιουλίου 2021 - 16:59

«Οι διαφορετικοί άνθρωποι κάνουν τον κόσμο καλύτερο»: O Τάκης Ζαχαράτος στη συνέντευξη της ζωής του

Από τις πρώτες μεταμφιέσεις στο κομμωτήριό του στην Πάτρα και τη συνεργασία με τον Μιχάλη Κακογιάννη μέχρι τις μεγάλες μουσικοθεατρικές παραγωγές και το πρώτο του μυθιστόρημα, ο Τάκης Ζαχαράτος ανακαλεί στιγμές από μια γεμάτη ζωή.

Γεννήθηκα στα Ψηλαλώνια της Πάτρας. Σχολείο πήγα στην Ανθούπολη και μετά στο Πυροσβεστείο. Είμαι τυχερός που κατάγομαι από αυτή την πόλη και θα το λέω πάντα. Είναι πολύ διαφορετικό για κάποιον που μπορεί να έχει καλλιτεχνικές ανησυχίες ή περιέργεια για τη ζωή να ζει σε ένα περιβάλλον όπου κάθε χρόνο ο καθένας φοράει ό,τι γουστάρει.

Ο θείος μου, ας πούμε, έλεγε στη γυναίκα του «φέρε μου ένα παπιγιόν, βατραχοπέδιλα, μια κατσαρόλα και βγαίνω να χορέψω». Το αυτοτρολάρισμα, που γελάει ο ένας με τον άλλον και με τον εαυτό του και περνάνε όλοι τέλεια, η άνεση στην έκφραση, είναι πράγματα πολύ απελευθερωτικά για ένα παιδάκι που τα βλέπει να συμβαίνουν στο σπίτι του, δίπλα σε αυτό και σε όλη την πόλη, στην οποία έρχονται άνθρωποι απ’ όλη τη χώρα για να ξεσαλώσουν και να απελευθερωθούν.

Εγώ, λοιπόν, μεγάλωσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, παρ’ όλη την αυστηρότητα και την πειθαρχία. Δεν ξέρω πώς θα ήμουν αν είχα γεννηθεί κάπου όπου δεν υπάρχει καρναβάλι και αυτή η γλεντζέδικη διάθεση και η ανοιχτωσιά, που περνούν στο DNA μας.

• Ζούσαμε σε μια γειτονιά όπου έπαιζαν τα παιδιά όλα μαζί το απόγευμα, όπου το ταψί με τα γεμιστά περνούσε στη γειτόνισσα κι εκείνη έστελνε κάτι άλλο, κρασιά, φαγητά... Θυμάμαι έναν γαλατά που ερχόταν τα βράδια με κάρο, εγώ πρέπει να ήμουν τεσσάρων κι εκείνος ενενήντα τεσσάρων. Παίρναμε πάντα γιαουρτάκια από αυτόν. Πέντε χρονών με βάζανε πάνω σε μια καρέκλα και χόρευα, με χειροκροτούσαν κι ερχόταν η μάνα μου να με μαζέψει. Σαν από τότε να καταλάβαιναν ότι ήθελα να μοιράζω χαρά.

Υπήρχε το νοιάξιμο της γειτονιάς, αλλά και το κουτσομπολιό. Η κυρία Θάλεια από δίπλα ήταν Ρόιτερς, της άρεσαν τα «φουντώματα», με το που ερχόταν ο πατέρας μου του έλεγε «ο γιος σου σήμερα έκανε αυτό κι αυτό».

Πιστεύω ότι η καλύτερη δραματική σχολή που θα μπορούσα να βγάλω ήταν το κομμωτήριο. Κανείς δεν μου έμαθε πώς ήταν ο Οιδίποδας. Εγώ τον Οιδίποδα τον έλουζα, τον άκουγα, τον αισθανόμουν, τον άγγιζα. Είδα τόσους διαφορετικούς ανθρώπους που με ενέπνευσαν. Τους αγαπώ τους ανθρώπους, θέλω να είναι όλοι χαρούμενοι, να εξαφανίζω τα μαύρα σύννεφα με ένα παιδικό ραβδάκι.

• Ο μπαμπάς μου ήταν σιδεράς, ένας άνθρωπος που είχε τελειώσει το δημοτικό, με μεγάλη αγάπη όμως για το θέατρο και το τραγούδι, μορφωμένος από τη ζωή. Παράλληλα, ήταν μαραθωνοδρόμος, έχει κερδίσει σε δύο πανελλήνιους μαραθωνίους. Οι γονείς μου ίδρυσαν τον σύλλογο «Ολυμπιάδα», που υπάρχει ακόμα. Ειλικρινά, προτρέπω όλους τους γονείς να βάλουν τα παιδιά τους στον αθλητισμό, για να μάθουν τον συναγωνισμό, τη στοχοπροσήλωση. Μπορεί να μην πάρουν χρυσό μετάλλιο, αλλά θα κερδίσουν πολλά χρυσά για τη ζωή τους.

Από τα πέντε ως τα εννιά έκανα στίβο και από τα δέκα μέχρι τα δεκαεπτά ενόργανη. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς γυμναστική, κι αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την εμφάνιση όσο με τη διάθεση. Τα εργαλεία μου, με τα οποία πρέπει να χορέψω, να τραγουδήσω, να παίξω, το διάφραγμά μου, οι αναπνοές μου, είναι το όχημά μου. Το είδωλο της παιδικής μου ηλικίας ήταν η Νάντια Κομανέτσι.

Από τα αδέλφια μου άκουγα Dire Straits, Led Zeppelin, Sting, Boney M, και από τον μπαμπά Καζαντζίδη, Μοσχολιού, Χαρούλα, Νταλάρα. Ως έφηβος ήμουν πειθαρχημένος, επειδή είχαμε αγώνες και δεν ήμουν πολύ του έξω. Οι αθλητές είναι λίγο εσωστρεφείς και κάνουν παρέα μόνο με αθλητές. Νομίζω ότι ξεπετάχτηκα στον έξω κόσμο πριν πάω στρατό.

Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα από τη διαφορετικότητα, την πολυχρωμία, αυτά μας φτιάχνουν τη ζωή. Μόνο οι διαφορετικοί άνθρωποι κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Σε όλα αυτά τα παιδιά που μπορεί να κακοποιούνται, να περνάνε δύσκολα, έχω να πω, όσες τρικλοποδιές κι αν τους βάζουν, όσα εμπόδια κι αν περνούν, «πήδα και ο Θεός θα σε πιάσει». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO 
 
• Όταν ήμουν δέκα χρονών, πήγα να πάρω ένα τζιν και θυμάμαι μια ατάκα του μπαμπά μου, που μου άλλαξε τη ζωή. Γυρνάω σπίτι, είναι στην κρεβατοκάμαρα, διαβάζει την εφημερίδα του και ακούω «για να δω τι πήρες με τα λεφτά που σου έδωσα». Δεν το είπε αρνητικά, αλλά η ιδέα ότι θα έπρεπε να λογοδοτήσω με έκανε να πω «ποτέ ξανά».

• H αδελφή μου μάζευε στο σπίτι τις φίλες της και τους έκανε μαλλιά, έχει τρομερό χέρι. Κάποια στιγμή πήγα μαζί της να κουρευτεί σε μια εξαιρετική κομμώτρια, τη Νία, θεά, businesswoman, ταλεντάρα, και την παρατηρούσα με τρομερό ενδιαφέρον. Την επόμενη δοκίμασα να κουρέψω μια συμμαθήτριά μου, συμπαθητικά τα πήγα.

Μια άλλη μέρα ήμουν στο σπίτι μιας συμμαθήτριάς μου, της Ελίζας Καλλίτση, για να διαβάσουμε. Η θεία της, η κ. Ροδοπούλου, η καλύτερη αισθητικός στην Πάτρα, είχε δει ότι κάτι κάνω με τα μαλλιά και μου είπε: «Αύριο θα πας να χτενίσεις αυτές τις κυρίες». Και να ’μαι την επόμενη μέρα, έντεκα χρονών, με ένα τσαντάκι, το πιστολάκι της αδελφής μου, δύο ψαλίδια και η μία πελάτισσα να γίνονται τρεις και μετά δέκα.

• Μετά τον στρατό, άνοιξα κομμωτήριο στην Πάτρα, παρόλο που ήθελα διακαώς να μπω σε δραματική σχολή. Χαίρομαι που δεν πήγα τελικά, γιατί με αυτό που κάνω, που δεν έχει αποκλειστικά τη φόρμα του ηθοποιού, ή θα είχα περάσει τέλεια ή θα είχα φύγει. Σιχαίνομαι τις ταμπέλες και τις ταυτότητες, γι’ αυτό δεν θέλω να προσδιορίζομαι. Ούτε τα ονόματά μας δεν είμαστε, κάποιοι άλλοι τα έχουν επιλέξει για εμάς.

Εν τω μεταξύ, τις Τετάρτες τα απογεύματα έκανα μεταμφιέσεις. Ήθελα να κάνω την Αλίκη Αντιγόνη ή Λυσιστράτη, πήγαινα στην κυρία Βάσω, μια συγκλονιστική μοδίστρα, έραβα τα φορέματα και μαζευόμασταν στο κομμωτήριο, σαν πάρτι. Τα τράβαγα σε βίντεο αυτά τα πρώτα σόου και πόζαρα σε έναν φίλο για φωτογραφίες.

Κάποια στιγμή, η μαμά μου τα δείχνει στις πελάτισσές μου στο κομμωτήριο κι εγώ γίνομαι μπαρούτι. Ήταν το χόμπι μου, δεν ήθελα να το βλέπει όλος ο κόσμος. Όμως οι πελάτισσες άρχισαν να με σπρώχνουν να τα δείξω στην Αθήνα, «φύγε, φύγε», ένα βουητό μες στο κεφάλι μου, σαν τα Πουλιά του Χίτσκοκ. Μου λέει η μαμά μου: «Πρέπει να τα δει και ο μπαμπάς σου». «Είσαι τρελή; Να με δει Αλίκη, με το κορμάκι το κοφτό;». Περίμενα έξω από την πόρτα και κρατούσα την αναπνοή μου. Και τον ακούω να σκάει στα γέλια. «Τον μπαγάσα, τι ταλέντο έχει το παιδί μας!» Αυτό ήταν πολύ λυτρωτικό, ότι και οι δυο γονείς μου κατάλαβαν την καλλιτεχνική μου φύση.

Στην αρχή, επειδή ήταν πρωτοποριακό αυτό που έκανα, κάποιοι το θαύμαζαν και άλλοι ήταν πολύ κακοί, κάτι που είναι φυσιολογικό βέβαια. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς «αχ», χωρίς ταλαιπωρία. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO 
 

• Κάπως, με έναν τρόπο, τα πρόσωπα που υποδύομαι με επιλέγουν μόνα τους. Σε πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι να βλέπω μια φωτογραφία της Μάρλεν Ντίτριχ, μαυρόασπρη, από τον Γαλάζιο Άγγελο, και να επιχειρώ με ένα μολύβι σχολικό να κάνω τα φρύδια μου στον καθρέφτη με βάση τη φωτογραφία. Αργότερα, που είχα πάει να χτενίσω σε κάτι καλλιστεία, βρήκα μια περούκα πεταμένη, καραφλή πάνω από τους κροτάφους, και σκέφτηκα ότι αν έβαζα ένα καπέλο, θα έκρυβα την καράφλα και θα ήταν σαν την Αλίκη.

• Πιστεύω ότι η καλύτερη δραματική σχολή που θα μπορούσα να βγάλω ήταν το κομμωτήριο. Κανείς δεν μου έμαθε πώς ήταν ο Οιδίποδας. Εγώ τον Οιδίποδα τον έλουζα, τον άκουγα, τον αισθανόμουν, τον άγγιζα. Είδα τόσους διαφορετικούς ανθρώπους που με ενέπνευσαν. Τους αγαπώ τους ανθρώπους, θέλω να είναι όλοι χαρούμενοι, να εξαφανίζω τα μαύρα σύννεφα με ένα παιδικό ραβδάκι.

• Τα σκοτάδια μου τα ξορκίζω όταν βγαίνω στη σκηνή. Στη βάση μου είμαι αισιόδοξος άνθρωπος, αλλά, φυσικά, υπάρχουν γκρίζες περίοδοι. Πρέπει να αφηνόμαστε σε αυτό το συναισθηματικά εναλλασσόμενο ρεπερτόριο και να παίρνουμε όλα τα χρώματα, όλες τις γεύσεις.

• Κάποια στιγμή, ήρθε τυχαία στο κομμωτήριο η Ρούλα Κορομηλά, με σπασμένο πόδι και πατερίτσες –είχε βρεθεί για μια εκπομπή στην Πάτρα–, και μου ζήτησε να βγω στον αέρα. Το λέω στον μπαμπά μου και μου απαντά «να βγεις, τι έχεις να χάσεις;». Ξεκίνησα, λοιπόν, να πηγαινοέρχομαι στην Αθήνα με το ΚΤΕΛ ‒γύρναγα στην Πάτρα να κουρεύω‒ και τότε προέκυψε και η ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη (σ.σ. το Πάνω, κάτω και πλαγίως).

• Συγκινούμαι πολύ όταν τον σκέφτομαι. Ο Κακογιάννης έκανε ελληνική παραγωγή μετά από δεκαπέντε χρόνια, με ένα συγκλονιστικό καστ, Ειρήνη Παπά, Πάνο Μιχαλόπουλο, Στράτο Τζώρτζογλου, Ελένη Γερασιμίδου… Έψαχναν ηθοποιό για έναν χαρακτήρα που ήταν το πρωί αγόρι και το βράδυ τραβεστί στη Συγγρού. Όλα τα κορίτσια της Συγγρού δεν μπορούσαν να είναι αγόρια και τα αγόρια που είχαν επιλέξει δεν μπορούσαν να είναι ωραία κορίτσια.

Εγώ, λοιπόν, είχα κάνει ένα διαφημιστικό για τον «Ταχυδρόμο», όπου υποδυόμουν τη Μέριλιν και την Αλίκη. Όταν βρήκα στο κομμωτήριο μήνυμα στον τηλεφωνητή μέσω ενός διευθυντή φωτογραφίας που με είχε δει, λέω στον καθρέφτη, «ξαναγυρίζουν τη Στέλλα και με θέλουν πρωταγωνίστρια!». Πηγαίνω στο σπίτι του Κακογιάννη, φτάνω στην οδό Μουσών, ανοίγει η πόρτα –τότε ήμουν πιο γυμνασμένος– και με πέρασαν για τον ηλεκτρολόγο. Αντί να ψαρώσω, βρήκα ευκαιρία να τον εκπλήξω. Ήταν πολύ γλυκός μαζί μου, με έβαλε να διαβάσω κάτι, σε είκοσι λεπτά είχα φύγει από το σπίτι του με το σενάριο κάτω από τη μασχάλη και ούρλιαζα. Δεν θυμάμαι πώς έφτασα από τη Μουσών στη Βασιλίσσης Σοφίας. Σκέψου, πρώτο γύρισμα σε ένα σούπερ μάρκετ, πρώτη σκηνή η δική μου ‒ δεν είχα παίξει πουθενά και ο Κακογιάννης με βάφτισε. Ο νονός μου!

Σε κάποια φάση έπρεπε να κλάψω, να δείξω ό,τι πόνο κουβαλούσε η Μέριλιν. «Μπορείς;» «Πώς δεν μπορώ;». Ο Τζώρτζογλου, που είχαμε γίνει κολλητοί και ερχόταν και με έπαιρνε από το ΚΤΕΛ, με ρωτά «είσαι σίγουρος;». Κλαίω, ουρλιάζω, όλα τέλεια, και μετά μου είπαν ότι ευτυχώς που τα είχα καταφέρει, γιατί με τη μέθοδο Στανισλάφσκι θα έπρεπε να με βάλουν σε ένα δωμάτιο και να μου λένε πράγματα για να νιώσω απαίσια και να βγει η σκηνή. Στο τέλος των γυρισμάτων ο Κακογιάννης μου είπε «τελικά, εσύ είσαι ηθοποιός». Μείναμε φίλοι όλα αυτά τα χρόνια, πήγαινα και του κρατούσα παρέα τα απογεύματα, κάναμε κουβέντες για την Γκλόρια Σουάνσον, την Κάλλας, την Τζάκι, τη Μελίνα. Υπέροχος άνθρωπος, μου λείπει πολύ η ζεστασιά του.

• Φυσικά, και η Ειρήνη Παπά ήταν για μένα μεγάλο σχολείο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια σκηνή όπου υποτίθεται πως είχα χτυπήσει το πόδι μου και έπρεπε να μου βάλει ιώδιο στο γόνατο. Ήταν γονατιστή, εγώ όρθιος με τη γόβα και το ένα πόδι στον αέρα, και καθώς περιμέναμε να βρουν το κάδρο, εγώ δεν αισθάνθηκα ότι το πόδι μου κουραζόταν και τότε συνειδητοποίησα ότι μου το κρατούσε. «Άσ’ το, σου το κρατάω εγώ μέχρι να το βρουν, μην κουράζεσαι». Αυτό το μεγαλείο, η συναδελφικότητα, η φροντίδα, το ήθος, με μια απλή κίνηση, με έκαναν άλλο άνθρωπο. Γελούσαμε πολύ με την Ειρήνη, μας είχε μαγειρέψει σπίτι της, μου έκανε και η ίδια μιμήσεις στα κρυφά, όταν δεν κοιτούσαν οι άλλοι μού έκανε τη Μέριλιν.

• Μου είχε πει κάποτε η Αγνή Μπάλτσα, «σου εύχομαι να μη χάσεις ποτέ την περιέργειά σου για την τέχνη σου και τη ζωή». Είμαι ακόμα αυτός ο νεαρός που παίρνει το ΚΤΕΛ και έρχεται στην Αθήνα, με την περιέργεια στα μάτια, που περιεργάζεται τα πάντα, βρίσκοντας νέους κώδικες. Αυτό με έχει σώσει και με κράτησε γειωμένο.

Το μόνο δυσάρεστο είναι πως όταν ξεκινάς έτσι και μετά έρχεται στη ζωή σου η τηλεόραση, η σύγκριση είναι πολύ έντονη. Σχεδόν τη μίσησα! Γι’ αυτό και δεν έκανα πολλά πράγματα σε αυτήν, μου φαινόταν φτηνή, παρόλο που μου έδωσε πολλές ευκαιρίες. Τώρα πια, που την κατάλαβα, την αγαπώ πολύ. Το σημαντικό είναι να ανακαλύπτεις τι θες από τη ζωή σου και από τους άλλους, ένα μονοπάτι εσωτερικό και παράλληλα εξωτερικό, που απαιτεί να πάρεις την τσάπα και να σκάψεις.

• Η Βάσια Τριφύλλη με το «Ραντεβού στα Τυφλά», ο Γιάννης Ζουγανέλης με το «Απίστευτα κι όμως ελληνικά» και, βέβαια, η Ρούλα Κορομηλά, που με έβγαλε πρώτη, ήταν οι τρεις άνθρωποι που με βοήθησαν στην αρχή μου. Μετά ήρθαν το guest στα «Εγκλήματα» και πολλά άλλα, το «Ζω ένα δράμα». Στην αρχή, επειδή ήταν πρωτοποριακό αυτό που έκανα, κάποιοι το θαύμαζαν και άλλοι ήταν πολύ κακοί, κάτι που είναι φυσιολογικό βέβαια. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς «αχ», χωρίς ταλαιπωρία. Πλέον ευγνωμονώ όλους τους τύραννους που πέρασαν από τη ζωή μου και με πολέμησαν γιατί με εκπαίδευσαν να κάνω πιο ψηλά άλματα στα εμπόδια. Φυσικά και φοβήθηκα, αλλά λόγω αθλητισμού και χαρακτήρα ξαναεστίαζα σ’ εμένα. Όπου εστιάσεις, εκεί θα είσαι. Μου είχε πει η Άννα Παναγιωτοπούλου: «Τι δουλειά έχει η Χάιντι μες στους λύκους;». Το κατάλαβα τριάντα χρόνια μετά.

• Η Αρχοντούλα Παπαπαναγιώτου, που της οφείλω πολλά, με επέλεξε στο «Σεσουάρ για δολοφόνους» τη δέκατη χρονιά της παράστασης, που επρόκειτο να είναι η τελευταία. Έκανα τη μεγαλύτερη επιτυχία και τελικά το συνέχισαν για άλλα τρία χρόνια. Όταν τελειώσαμε, με ρώτησε ο Θωμάς Παλιούρας «τι θα κάνεις του χρόνου;». Του απαντώ αυθόρμητα «τη “Χαρτοπαίχτρα”!». «Α, θα σου πηγαίνει τέλεια». «Πλάκα σου κάνω». «Είσαι χαζός; Κάν’ το τώρα». Και έγινε. Ο Μίμης Πλέσσας μου έδωσε την αυθεντική μουσική της ταινίας και γράφτηκαν νέα τραγούδια για την παράσταση.

• Γλυκάθηκα από τα θεατρικά και ήθελα να κάνω το δικό μου μουσικό σόου σε θέατρο, που δεν είχε ξαναγίνει, αλλά έπεσα πάνω στα μνημόνια και έπρεπε να τα κάνω όλα μόνος μου, δεν υπήρχε μπάτζετ. Πρώτη φορά στρώθηκα, έγραψα τα κείμενα, έκανα τα κοστούμια, σκηνοθέτησα τον εαυτό μου. Ξεκινήσαμε για έναν μήνα στο θέατρο Αλίκη και έμεινα οκτώ μήνες. Μετά συνέχισα στο Παλλάς, έκανα περιοδείες στην επαρχία, για δύο χρονιές έκανα τον γύρο της Ελλάδας, αργότερα συνεργάστηκα με τη Μαρινέλλα, σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή, έπειτα με την Τάμτα και τον Σωτήρη Χατζάκη. Το Παλλάς έγινε κάπως σαν το στέκι μου, έχω ζήσει συγκλονιστικές στιγμές εκεί. Όταν ανεβαίνω στη σκηνή του, με λούζουν κύματα χαράς, αισθάνομαι σαν να έρχονται τα καθίσματα και να με αγκαλιάζουν.

• Τώρα μπήκαν ξαφνικά στις παραστάσεις μου οι πολιτικοί, γιατί είναι οι σταρ των τελευταίων χρόνων, οπότε άλλαξε το ρεπερτόριο και από εκεί που ήταν μόνο καλλιτεχνικό, άνοιξε η δεξαμενή. Ουσιαστικά, κάθε χρόνο γράφω ένα νέο έργο για μένα, από την αρχή, πράγμα πολύ ανανεωτικό. Όλα ξεκινούν από μια λευκή κόλλα χαρτί. Σημειώνω, βάζω, βγάζω και αναπτύσσω. Πάντα μου αρέσει να προσθέτω σημεία δυσκολίας για να μη χαλαρώνω, να εξελίσσομαι και να είμαι στην τσίτα. Ας πούμε, την Amy Winehouse ή τον Μπόουι, που είχα βάλει στο προηγούμενο, ή τώρα, στο Πάμε γι’ άλλα, την Adele, κάτι τριφωνίες με Στράτο Διονυσίου, Λίτσα Διαμάντη και Βίκυ Μοσχολιού, και στο τέλος έξι φωνές στο ίδιο τραγούδι. Είναι σαν να παίζεις σκοποβολή.

• Φέτος, με την πολιτική επικαιρότητα, γίνομαι από Ελισάβετ, Κάρολος και Εμανουέλ Μακρόν μέχρι Μπριζίτ Μακρόν, Μπόρις Τζόνσον, Παγώνη, Μενδώνη. Και, βέβαια, Ζωζώ, Ελένη Σταμίρη, Μυρσίνη Σεβαστού, Δούκας Σεβαστός, όλες οι «Άγριες Μέλισσες», η Δάφνη Μπόκοτα στη Eurovision, η Παπαρίζου, η Καλομοίρα, η Μαντόνα. Τις χορογραφίες τις προετοίμαζα τέσσερις μήνες γιατί έπρεπε να φτάσω στο επίπεδο των χορευτών και δεν είμαι χορευτής.

• Γενικά, χρειάζομαι τρεις μήνες πρόβα στο έργο και άλλους τέσσερις-πέντε μήνες στα χαρτιά. Έχω άλλα κείμενα για την παράσταση, άλλα για τα βίντεο, χορογραφίες, τραγουδιστικές πρόβες, και πρέπει να τα κάνω όλα μαζί. Και καθημερινό κόψιμο-ράψιμο, ανάλογα με την επικαιρότητα, καμία μέρα δεν είναι η ίδια. Φυσικά, φέτος συνεργάζομαι και με την αγαπημένη μου Άντζελα, που την έχω μιμηθεί τόσες φορές.

• Η Μύριαμ Απλού γεννήθηκε με νονό τον Σταμάτη Κραουνάκη, που έγραψε όλα αυτά τα σουξέ για εκείνη. Την περίοδο του «Ζω ένα δράμα» έγραφε ένα τραγούδι την εβδομάδα κι εγώ αυτοσχεδίαζα πάνω σε αυτό. Είναι αγχολυτική για μένα αυτή η περσόνα, έλεγε τα παράπονά της για τη ζωή, το δράμα της. Δεν βγαίνει όποτε θέλουμε εμείς, δεν τη μαζεύεις, εμφανίζεται όποτε θέλει η ίδια.

• Είναι πολύ συγκινητικό να βλέπω παιδιά που έχουν εμπνευστεί από εμένα και έχουν δημιουργήσει τις δικές τους περσόνες. Μου δίνει απίστευτη χαρά το ότι ακολούθησαν μια διαδρομή και βρήκαν το δικό τους στίγμα μέσα από κάτι που έσκαψα εγώ. Μακάρι να γίνει στην Ελλάδα και αυτό το σόου που κάνει ο RuPaul, θα ήθελα πάρα πολύ να είμαι κι εγώ εκεί, ως Μύριαμ, νομίζω πως και ο κόσμος είναι έτοιμος να το δεχτεί. Αισθάνομαι ότι θα συμβεί σύντομα.

• Θεωρώ ότι το drag έχει τη μαγεία να απελευθερώνει, να κριτικάρει, να σατιρίζει, να απενοχοποιεί, να λύνει τον άλλο και να τον κάνει καλύτερο άνθρωπο. Η σάτιρα είναι εξουσία, σαν ένα μαχαίρι με το οποίο μπορεί να σκοτώσεις τον εαυτό σου και να μην το καταλάβεις. Θέλει πολλή προσοχή, ήθος και καλλιέργεια. Δεν είναι ίδια για όλους. Για μένα σάτιρα είναι η οπτική γωνία. Η δική μου είναι αυτή που βλέπετε όλα αυτά τα χρόνια.

• «Μην προσπαθείς να αλλάξεις τον κόσμο, κάνε τον εαυτό σου καλύτερο»: εγώ πάντα ήμουν αυτής της άποψης, ότι εάν θες να περάσεις ένα μήνυμα, πέρασέ το πρώτα σ’ εσένα, γίνε ένα καλό πρότυπο, χωρίς να το διατυμπανίζεις. Ο καθένας είναι ελεύθερος να επιλέξει να κάνει ό,τι γουστάρει. Από κει και πέρα, πιστεύω πως το να μη φωνάζεις, η σιωπή, σε κάποια πράγματα μπορεί να κάνει περισσότερο θόρυβο και περνά μηνύματα πιο ουσιαστικά. Πολλές φορές, βέβαια, χρειάζεται και να φωνάξεις.

• Δεν είμαστε μόνοι μας. Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα από τη διαφορετικότητα, την πολυχρωμία, αυτά μας φτιάχνουν τη ζωή. Μόνο οι διαφορετικοί άνθρωποι κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Σε όλα αυτά τα παιδιά που μπορεί να κακοποιούνται, να περνάνε δύσκολα, έχω να πω, όσες τρικλοποδιές κι αν τους βάζουν, όσα εμπόδια κι αν περνούν, «πήδα και ο Θεός θα σε πιάσει». Να μην επιτρέπουν σε κανέναν να τους κάνει να νιώσουν άσχημα. Με το που θα νιώσουν πίεση, να εξαφανίζονται. Πάντα υπάρχει τρόπος και διέξοδος. Αυτός που μπορεί να φαίνεται τεράστιος, ο κακοποιητής τους, δεν είναι μεγάλος, μεγάλος είναι ο φόβος που τους έχει δημιουργήσει.

• Η ιδέα για ένα βιβλίο υπήρχε στο κεφάλι μου εδώ και καιρό. Εγώ σημείωνα σε τετράδια όλα αυτά τα χρόνια. Στην πρώτη καραντίνα σιχάθηκα το Netflix, είχα βεντουζώσει στον καναπέ. Έπιασα τυχαία ένα από τα τετράδια στη βιβλιοθήκη και ξεκίνησα να κάθομαι καθημερινά, έξι-επτά ώρες, και να «φεύγω». Σκίτσαρα αρχικά όλη την ιστορία, σαν σενάριο στο κεφάλι μου, δεν το είχα ξανακάνει, αλλά δεν είχα και τίποτα να χάσω. Έβγαινε, βέβαια, ο σαμποτέρ από μέσα μου και μου έλεγε «και τώρα τι νομίζεις ότι είσαι, ο Χέμινγουεϊ, ο Ξανθούλης ή η Αλκυόνη Παπαδάκη;».

Έγραψα τότε το μεγαλύτερο μέρος, μετά έκανα παύση για την περσινή καλοκαιρινή παράσταση, αλλά με έτρωγε, σαν ένα μωρό που ήθελε να βγει. Αισθανόμουν ότι είχα μέσα μου τόση πληροφορία, που έπρεπε να διοχετευτεί. Όταν ολοκληρώθηκε, μίλησα με τις εκδόσεις Διόπτρα, το είδαν, ενθουσιάστηκαν και δεν ξέρω πώς βρεθήκαμε να φτιάχνει πάστα Σεράνο ο Στέλιος Παρλιάρος στην παρουσίαση του βιβλίου και να μου λέει αργότερα ότι ξανάγινε μόδα.

• Ο Άγγελος, ο ήρωας του βιβλίου, είναι είκοσι πέντε χρόνια στη φυλακή και φοβάται να βγει γιατί έχει φτιάξει εκεί μια πραγματική οικογένεια. Αποφασίζει να γράψει τη δική του ιστορία και αρχίζει να κατεβαίνει ξανά στα υπόγεια του εαυτού του. Όταν τον έπλαθα, είχα γίνει ένα κανάλι δημιουργίας και απλώς έγραφα, δεν μπορώ να σου περιγράψω πώς.

• Με είχε επηρεάσει πολύ η υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη, γι’ αυτό και του το αφιέρωσα, σε αυτόν και σε όλους τους Γιακουμάκηδες, ενώ δίνουμε μέρος των εσόδων και στην Εταιρεία κατά της Κακοποίησης του Παιδιού ΕΛΙΖΑ. Σιχαίνομαι τη βία και την καταπίεση. Ο βίαιος άνθρωπος έχει βίαια πρότυπα και συνήθως βαθιά έλλειψη παιδείας. Πιστεύω όμως ότι δεν υπάρχουν κακοί άνθρωποι αλλά κακοποιημένοι. Με ενοχλεί πολύ κάποιος να ασκεί εξουσία, να κάνει επίδειξη ισχύος ή μαγκιάς και να τσαλακώνει την ψυχή και τα όνειρα κάποιου άλλου. Το έχω βιώσει στο σχολείο από καθηγητές και κάποιες φορές στον στρατό. Σκέψου πόσο λίγοι νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι μέσα τους.

Μέλημά μου ήταν πώς μπορεί να μπει ένα στοπ, πώς μπορώ να φωτίσω το θύμα και τον θύτη, να κατανοήσω πώς γίνεται αυτό το αλισβερίσι, από πού πηγάζει η βία, πώς ξεκινά, πώς τελειώνει και πώς μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση ο κύκλος της, να καταλάβουμε, ως παρατηρητές, πώς μπορούμε να προστατευτούμε. Μια ασπίδα θέλω γι’ αυτούς τους ανθρώπους.

Δεν ξέρω τι κατάφερα, αλλά παίρνω πολύ συγκινητικό feedback και πάμε για επόμενη έκδοση. Μου λένε ότι πρέπει να γίνει σειρά. Θα το ήθελα πολύ, μακάρι να το κάνει ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης, όπως ο Λευτέρης Χαρίτος. Σίγουρα δεν θα ήθελα να παίξω, δεν με βλέπω πουθενά εκεί μέσα. Όνειρό μου για το μέλλον είναι να γράφω θεατρικά στα οποία δεν θα συμμετέχω ως ηθοποιός.

• Το σπίτι μου είναι στην Κυψέλη. Δεν είναι τυχαίο ότι εκεί ξεκινά και το μυθιστόρημά μου και ότι τόσοι καλλιτέχνες εμπνέονται από αυτήν. Κάτι έχει αυτό το μέρος, όσο κι αν σκουριάζει, ξαναφτιάχνει, και δεν χάνει τη γοητεία του ποτέ. Μ’ αρέσουν πολύ τα Πετράλωνα, η Ακρόπολη, η Πλάκα, η βαβούρα του κέντρου. Στην καραντίνα περπάτησα πολύ, Πανεπιστημίου, Σύνταγμα, Ζάππειο. Με χαλάει μόνο που δεν ξέρω να οδηγώ, που δεν έχω προλάβει να πάρω δίπλωμα. Δεν πειράζει, μικρός είμαι ακόμα! Θα ’θελα να έχω μια βέσπα και να κόβω βόλτες όποτε μου τη βαράει.

Με τη λεύκη, ας πούμε, κάποτε ντρεπόμουν. Και μετά από αρκετή δουλειά με τον εαυτό μου κατάλαβα πως θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να είμαι ειλικρινής. Ναι, φίλε μου, έχω λεύκη και την αγαπώ. Άμα με γουστάρεις, να με γουστάρεις και με τη λεύκη μου. 

• Δεν μπορώ να βλέπω παρατημένους ανθρώπους από την κοινωνία. Ντρέπομαι καταρχάς για λογαριασμό μου. Πρέπει η πολιτεία να μην έχει μόνο το σκληρό πρόσωπο του εισπράκτορα αλλά να είναι και ένα χέρι βοηθείας ουσιαστικό, όχι μόνο προεκλογικά. Ας καταλάβουμε ότι έχουμε την ευλογία να μας ενώνει η ίδια στιγμή, να είμαστε όλοι μαζί στον πλανήτη. Πρέπει να τον κάνουμε καλύτερο, πάμε να τον κάνουμε ωραίο, άσχετα από το χρώμα, την εθνικότητα, το φύλο.

• Καταλαβαίνω εκ των υστέρων πόσο έχω ερωτευτεί, πόσο έχω αγαπήσει. Τώρα που πήρα μια απόσταση, μες στην καραντίνα, με όλη αυτή την ενδοσκόπηση, τα σεμινάρια αυτογνωσίας, τα βιβλία που διάβασα, είδα πως με ό,τι κάνω είμαι ερωτευμένος, δεν είμαι απλώς παθιασμένος. Ο έρωτας δεν περιορίζεται μόνο σε ένα πρόσωπο. Είναι σημαντικό να στάξουμε τις σταγόνες του σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας, στη δουλειά, στους φίλους, στην οικογένεια. Τι είναι ο έρωτας; Αγάπη και αποδοχή.

• Τον χρόνο που περνά τον λατρεύω. Δεν το περίμενα, πίστευα ότι θα είχα τεράστιο θέμα με την εικόνα μου. Ίσως επειδή το δούλεψα και κατάλαβα πως αυτό που σε κρατά γοητευτικό και για πάντα νέο δεν είναι το μπότοξ ή το λίφτινγκ –που είναι πολύ ωραία όλα, μια χαρά– αλλά το πώς έχεις ζήσει, τι έχεις κάνει με τον χρόνο που σου έχει δοθεί. Είναι σαν ένα χωράφι. Τι έχεις σπείρει; Αν φυτέψεις ωραίους σπόρους, θα έχεις πάντα ανθισμένη καρδιά που θα ευωδιάζει, ακόμα και με τις ξυραφιές που έχεις φάει.

Αλήθεια, δεν έχω επαφή με τον χρόνο, γιατί είμαι τόσο καυλωμένος με αυτό που ζω, που δεν ασχολούμαι με το παρελθόν. Με τη λεύκη, ας πούμε, κάποτε ντρεπόμουν. Και μετά από αρκετή δουλειά με τον εαυτό μου κατάλαβα πως θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να είμαι ειλικρινής. Ναι, φίλε μου, έχω λεύκη και την αγαπώ. Άμα με γουστάρεις, να με γουστάρεις και με τη λεύκη μου.

• Μέχρι τη στιγμή που η Ανέζια, η κόρη της καλύτερής μου φίλης, της Μαρίνας Βερνίκου, κοιμήθηκε μωρό στην αγκαλιά μου, δεν είχα αισθανθεί ποτέ ότι είχα την ευθύνη ενός πλάσματος. Η αίσθηση ότι μου παραδόθηκε, μέχρι να τη βάλω στο κρεβατάκι της και να τη σκεπάσω, είναι από τα ωραιότερα πράγματα που μου έχουν συμβεί.

Είχα –δεν θέλω να λέω είχα, τέλος πάντων, έχω– και τον Καρίμ, ένα μπόξερ. Μια βόλτα που κάναμε στο κτήμα μου στην Πάτρα μπορεί να ήταν επίσης από τις πιο ωραίες στιγμές της ζωής μου. Μετά τον Καριμάκο μου δεν μπόρεσα να πάρω άλλο ζωάκι.

• Αυτό που φοβάμαι περισσότερο είναι να μην ξεχάσουμε ότι είμαστε άνθρωποι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

lifo.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ό,τι νεότερο!
 
Τα πιο διαβασμένα