ADVERTISING
Παρασκευή 22-10-21
Μαρία Κάλλας: Η νεανική ζωή της μέσα από άγνωστα περιστατικά

16 Σεπτεμβρίου 2021 - 14:21

Μαρία Κάλλας: Η νεανική ζωή της μέσα από άγνωστα περιστατικά

Μαρία Άννα Σοφία Καικιλία Καλογεροπούλου: Ο μύθος του βάρους της και η βουλιμία, ο πρώτος άγνωστος δάσκαλος, μια δημόσια διαμάχη-σκάνδαλο και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία που συντέλεσαν στο χτίσιμο της δημόσιας εικόνας της.

 


Η παχυσαρκία και ο μύθος του βάρους της

Το 1998 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη ένα ογκώδες έργο με τίτλο «Η άγνωστη Κάλλας», εξαντλημένο σήμερα. Συγγραφέας του ήταν ο Νίκος Πετσάλης-Διομήδης, συγγραφέας κυρίως γνωστός από τα ιστορικά του μυθιστορήματα. Το ογκώδες και εξαντλητικά λεπτομερές βιβλίο του, από το οποίο δημοσιεύουμε αποσπάσματα, έχει προκύψει από τη διερεύνηση των είκοσι δύο πρώτων χρόνων της σύντομης ζωής της Κάλλας.

Τα χρόνια αυτά είχαν παραμείνει ουσιαστικώς άγνωστα και συνυπεύθυνη γι’ αυτό ήταν και η Κάλλας, που αποσιώπησε λεπτά ή δυσάρεστα γι’ αυτήν θέματα, όπως η επίπονη σχέση με τη μητέρα της, οι νεανικές της ερωτικές εμπειρίες και, κυρίως, ο αγώνας της για προσωπική επιβίωση και καλλιτεχνική ανάδειξη στη διάρκεια της Κατοχής. Μια πιο ανθρώπινη και διαφορετικά αξιοθαύμαστη προσωπικότητα αναδύεται μέσα από τη θεμελίωση των οικογενειακών της καταβολών, την επανεκτίμηση των τραυμάτων της παιδικής ηλικίας στη Νέα Υόρκη (1923-1937), αλλά ιδιαιτέρως από την αποκάλυψη των περίπλοκων προβληματισμών της εφηβείας, των σπουδών και των πρώτων επαγγελματικών της βημάτων στην Ελλάδα (1937-1945).

«Συνυπεύθυνη όμως για τη διαστροφή της αλήθειας υπήρξε η ίδια η Μαρία, με τις αντιφατικές μεταγενέστερες δηλώσεις της. Εκ των υστέρων, όταν θα διακατέχεται από την ανάμνηση της παχυσαρκίας που είχε περάσει από δεκατεσσάρων ως δεκαοκτώ και από είκοσι τριών ως τριάντα περίπου ετών, θα διανθίσει συχνά δηλώσεις της με υπερβολικές περιγραφές ασχήμιας και αναφορές στο πάχος της», γράφει ο Πετσάλης-Διομήδης. 

Η Μαρία θα έλεγε πως δεν είχε επιλέξει η ίδια το τραγούδι: Η μοίρα με έφερε σ’ αυτήν τη σταδιοδρομία. Δεν μπόρεσα να ξεφύγω. Πιέστηκα να την ακολουθήσω, αρκετά συχνά, πρώτα από τη μητέρα μου, ύστερα από τον άντρα μου. Ευχαρίστως θα την είχα εγκαταλείψει. Αυτό πιθανόν θα καταπλήξει κόσμο, αλλά θα το έκανα!

«Θα το κάνει αυτό για να καλλιεργήσει την εικόνα της γενικής μιζέριας των παιδικών της χρόνων αφενός κι εκείνη της συλφίδος που υπήρξε μετά το 1953 αφετέρου. Σε συνέντευξή της στον Ολλανδία, το 1959, θα προβάλει την εικόνα του “ασχημόπαπου” που υποτίθεται ότι ήταν έναντι της Τζάκυ, παρουσιάζοντας για πολλοστή φορά τη μητέρα της να δείχνει “προτίμηση” στην αδελφή της. Ενώ η Τζάκυ είχε πάντα ωραία ρούχα, “εκείνη πήγαινε στο σχολείο με τα παλιά ρούχα της αδελφής της”, θα πει. Πώς, όμως, της χωρούσαν τα ρούχα της κομψής Τζάκυ, αν εκείνη ήταν τόσο παχιά; Κι ενώ, όπως θα δούμε, η Μαρία θα κατηγορήσει αργότερα τη μητέρα της για αδιαφορία στην αντιμετώπιση του ορμονικού προβλήματος που την έκανε να παχύνει στη διάρκεια των πρώτων χρόνων στην Αθήνα, ποτέ ‒κι αυτό έχει σημασία‒ δεν θα την κατηγορήσει ως υπεύθυνη για την υπερβολική διατροφή της όταν ήταν παιδί. Απλούστατα, αυτό δεν ήταν δυνατό, αφού η Μαίρη στην Αμερική δεν υπήρξε ποτέ παχιά. Η ίδια, όταν αυτό θα τη συμφέρει, θα ξεκαθαρίσει το ζήτημα δηλώνοντας απερίφραστα: «Παιδί, δεν ήμουν παχιά!, άλλοτε μάλιστα αναπτύσσοντας ότι: Δεν είναι αλήθεια πως ήμουν παχιά όταν έφυγα από την Αμερική. Πάχυνα στην Ελλάδα, μετά από διαιτητική αγωγή με χτυπητά αυγά κι εξαιτίας ορμονικής δυσλειτουργίας που η μητέρα μου δεν φρόντισε να γιατρέψει. Δεν είναι αλήθεια ότι έτρωγα πολύ τυρί και λαρδί. Ποτέ δεν αγάπησα το τυρί. Θυμάμαι επίσης ότι σπάνια έτρωγα πρωινό. Η μητέρα μου με κυνηγούσε στις σκάλες του σπιτιού, γιατί έφευγα το πρωί χωρίς ούτε τσάι να πιω ούτε μια φρυγανιά να φάω». 


Το εξαντλημένο βιβλίο του Νίκου Πετσάλη-Διομήδη «Η άγνωστη Κάλλας»

Μια νόστιμη, μελαχρινή κοπέλα

Δύο μόνο αδιάψευστες πηγές υπάρχουν πάνω στο θέμα του βάρους της Μαίρης: οι φωτογραφίες εκείνης της περιόδου και μια έκθεση της νοσοκόμας του σχολείου της, όταν ήταν έντεκα ετών. Στις φωτογραφίες βλέπει κανείς ένα κορίτσι που θα μπορούσε να περιγράψει το πολύ ως «γεμάτο», σίγουρα όμως όχι παχύ.

Αυτό ακριβώς επιβεβαιώνει και η σχολική έκθεση του 1934-35, σύμφωνα με την οποία, στα έντεκα χρόνια της, η έντονα μυωπική και διοπτροφόρος από εκείνο το χρόνο Μαίρη ήταν ήδη 1,60 ψηλή και ζύγιζε 54 κιλά. Όλα τα άλλα νούμερα που κατά καιρούς δημοσιεύθηκαν είναι ατεκμηρίωτα.

Μπορούμε, λοιπόν, να έχουμε τη βεβαιότητα ότι, στα χρόνια που έζησε στην Αμερική, η Μαίρη δεν είχε λόγο να αισθάνεται μειονεκτικά εξαιτίας του πάχους της. Απλώς δεν είχε τη λεπτή σιλουέτα της Τζάκυ ούτε το πολύ όμορφο πρόσωπό της, χωρίς με κανέναν τρόπο να μπορεί κανείς να πει ότι το δικό της ήταν άσχημο ή γεμάτο ακμή: «Δεν ήταν άσχημη […] [και] τα μπιμπίκια της ήταν περαστικά», όπως θα γράψει η Λίτσα (η μητέρα της), ενώ και η Τζάκυ (η αδελφή της) ακόμα θα τονίσει για τα χρόνια εκείνα: «Η Μαίρη δεν ήταν άσχημο κορίτσι. Ήταν πολύ νόστιμη, πιο μελαχρινή από μένα και στην αρχή κανένας δεν έκανε δυσμενείς συγκρίσεις. 

Ο πρώτος δάσκαλος, που έμεινε στο σκοτάδι

Γύρω στα 1932-33 έτυχε να ζει στην απέναντι πολυκατοικία ένας μεσήλικας Σουηδός δάσκαλος τραγουδιού, του οποίου το όνομα μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ. Όταν αυτός άκουσε τη Μαίρη να παίζει στην πιανόλα και να τραγουδάει ‒από το ανοιχτό εκείνο παράθυρο, ίσως, από το οποίο η Λίτσα είχε δει και τα «πλήθη» να τη χειροκροτούν‒, προσφέρθηκε να της κάνει μερικά μαθήματα. Ο συνδυασμός των επαίνων του και της άρνησης ν’ αμειφθεί υπήρξε, φυσικά, ακαταμάχητος για τη Λίτσα.

Έτσι, αυτός υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος που δίδαξε στη Μαίρη τραγούδι, για λίγο βέβαια και σε στοιχειώδες μόνο επίπεδο. Της έμαθε το «La Paloma» και μερικά άλλα τραγούδια, μεταξύ των οποίων και το «A heart that’s free», ένα ελαφρύ αμερικανικό βαλς το οποίο είχε γίνει γνωστό από το φιλμ «San Francisco» με τη Jeannette MacDonald.

Στα μαθήματα εκείνα του Σουηδού, τη Μαίρη συνόδευε στο πιάνο η Τζάκυ, η οποία θα υποστηρίξει πως, αν και αυτά διήρκεσαν μόνο δύο περίπου μήνες, η αδελφή της έκανε τότε «εκπληκτική» πρόοδο: «Από μια γλυκιά παιδική φωνή που είχε ως τότε, φάνηκαν τα πρώτα δείγματα για κάτι το ιδιαίτερο». Τονίζει, ωστόσο, ότι ο Σουηδός δεν ήταν εκείνος που αποκάλυψε στη Λίτσα το ταλέντο της Μαίρης: «Αυτό δεν το χρειαζόταν, το έβλεπε και μόνη της!»

Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, τον ανώνυμο αυτό δάσκαλο η Μαρία θα τον θυμάται αμυδρά μόνο: Ναι, νομίζω ότι έκανα μαθήματα τραγουδιού με κάποιον. Δεν θυμάμαι ακριβώς, είναι τόσο μακρινό. Νομίζω πως ήταν πιανίστας, δεν μπορώ να θυμηθώ, αλλά ήταν κάτι που δεν είχε πραγματική σημασία. 

H Mαρία Κάλλας (με τον φιόγκο) και η αδερφή της Τζάκυ με τους γονείς τους.

 

«Θα καταραστώ και τη στιγμή ακόμα που είχα γονείς»

Η Έφη ‒κόρη της νεότερης αδελφής της Λίτσας, Πιπίτσας Δημητριάδη, άρα πρώτη ξαδέλφη της Τζάκυ και της Μαίρης‒, μεταφέροντας τη γνώμη της οικογένειας Δημητριάδη, όπως τη θυμάται, λέει: «Ο Γιώργος είχε απατήσει τη Λίτσα με την καλύτερή της φίλη, μια μάλλον ασήμαντη γυναικούλα. Πήρε τότε η Λίτσα τα παιδιά, απελπισμένη, και ήρθε στη μητέρα της».

Η Έφη κρίνει πως η Μαίρη αδικούσε αργότερα τη μητέρα της, τυφλωμένη από την αγάπη προς τον πατέρα της: «Τόσα χρόνια ο Καλογερόπουλος τι έκανε για την κόρη του; Τίποτα, ώσπου ν’ αποκτήσει δόξα. Και τότε ήρθε εδώ και της άνοιξε την αγκαλιά του…». Πιθανόν η Λίτσα να ενημέρωσε κάποια στιγμή τις κόρες της για την «προδοσία» του Γιώργου και της Αλεξάνδρας: «Αποκλείεται να μην το έμαθαν, γιατί η θεία μου ήταν άνθρωπος που τα έλεγε όλα!» προσθέτει η Έφη. 

Η Τζάκυ, πάντως, αρνείται σήμερα πως ο πατέρας τους είχε δεσμό με την Αλεξάνδρα από τότε (ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ). Όταν, το 1945, η Μαίρη θα βρει τον πατέρα της να συζεί με αυτήν, παρότι πιθανόν γνώριζε περί του δεσμού ‒αλλά ίσως ήλπιζε πως είχε λήξει‒ θ’ αντιδράσει έντονα, εκδηλώνοντας καταφανή επιθετικότητα απέναντί της. Ποτέ δεν θ’ αποδεχθεί την Αλεξάνδρα ως σύντροφό του, όταν μάλιστα ο Γιώργος θα την παντρευτεί, το 1964, η Μαίρη θα ψυχρανθεί και θ’ απομακρυνθεί από τον πατέρα της, όχι εχθρικά, αλλά οριστικά. Η αποκοπή αυτή θα είναι επίπονη για τη Μαίρη, που θα έχει στο μεταξύ συνδεθεί αρκετά στενά μαζί του.

Όταν η Μαρία θα πληροφορηθεί για το γάμο ‒που έγινε την παραμονή κρίσιμης εγχείρησης του Γιώργου στη Νέα Υόρκη‒ θα τηλεγραφήσει στον Λεωνίδα Λαντζούνη: […] Με συγκλόνισε [το νέο] του γάμου του […] Είμαι φοβερά αηδιασμένη και δυστυχής. Σε γράμμα της, λίγο αργότερα, είχε μάλιστα ζητήσει από το νονό της να «ξεκαθαρίσει» το θέμα στον πατέρα της: Επέλεξε άλλους. Ας τους κρατήσει. Εγώ βγαίνω από τη μέση για τα καλά […] Καθόλου δε θέλω να προσβάλλω τους Παπαγιάννη. Αλλά ως μητριά μου κ.λπ., δεν θέλω να έχω καμίαν απολύτως σχέση [μαζί της]. Είμαι πια πολλή μεγάλη για τέτοιου είδους σαχλαμάρες […] Ελπίζω να μην το αντιληφθούν οι εφημερίδες. Τότε θα καταραστώ και τη στιγμή ακόμα που είχα γονείς. 

Όταν η Κάλλας τραγουδούσε για χαρτζιλίκι

Η Λίτσα αναφέρει πως η Μαίρη τραγουδούσε, μεταξύ άλλων, το γνωστό «La Paloma» του Yradier και το «Ave Maria» του Gounod. Σύμφωνα με μαρτυρία της επί σύντομο χρονικό διάστημα συμμαθήτριάς της στο Ωδείο Αθηνών Υπατίας Λούβη-Μαράτου, η Μαίρη τραγουδούσε στο πλοίο και για να μαζέψει μικρά ποσά από τους συνεπιβάτες: «Τραγουδούσε στο βαπόρι, όπως μου είπε η ίδια, κι έβγαζε “φιλικό” το κακόμοιρο».

Ο κλειστός χαρακτήρας της Μαίρης καθιστά σχεδόν βέβαιο το ότι, κι αν ακόμα το παραπάνω ήταν αλήθεια, δεν θα το είχε αποκαλύψει. Μάλλον πρόκειται περί κακόβουλης «πληροφορίας» που ίσως είχε κυκλοφορήσει μεταξύ 1937-1940 και με το πέρασμα των χρόνων απέκτησε την πατίνα της προσωπικής εξομολόγησης. Παραμένει, ωστόσο, ενδεικτικό παράδειγμα της αφ’ υψηλού νοοτροπίας με την οποία η Μαίρη έμελλε ν’ αντιμετωπισθεί στα ωδεία όπου θα φοιτούσε από μερικές κοινωνικά ανώτερες και οικονομικά ισχυρότερες συμμαθήτριές της. 

Η Μαρία Κάλλας (κάτω αριστερά) ποζάρει με φίλους της σε παραλία της Ελλάδας το 1939.

Η ακμή και η βουλιμία την άνοιξη του 1937

Η Μαίρη, που ήταν ήδη ψηλή, άρχισε αμέσως να παχαίνει και το πρόσωπο να παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα ακμής. Η καθαρά βουλιμική αυτή διάθεση άρχισε μόλις έφτασε στην Ελλάδα, την άνοιξη του 1937. Παρότι οι ικανότητες των μαγειρισσών και οι πλούσιες σε βούτυρο, σάλτσες και άμυλο ελληνικές συνταγές θα συνέβαλαν σοβαρά στο πρόβλημα, το βαθύτερο αίτιο της ανεξέλεγκτης υπερφαγίας της Μαίρης ήταν η αποκοπή από τον πατέρα της.

Τώρα, που σπάνια πια αναφερόταν στο όνομά του, θα αρχίσει να νιώθει υποσυνείδητα τύψεις για την εγκατάλειψή του στη μακρινή Αμερική. Αισθανόταν πιθανόν ότι κι εκείνη τον είχε προδώσει, όπως βέβαια και η μητέρα της, προς την οποία θα αρχίσει να εκδηλώνει προοδευτικά όλο και επιθετικότερες τάσεις.

Οι ψυχολογικές προεκτάσεις των προβλημάτων αυτών θα εξελιχθούν γρήγορα σε παράγοντες κεφαλαιώδους σημασίας για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της προσωπικότητας της Μαίρης. Προς το παρόν, όμως, το τραγούδι έμοιαζε το μόνο πράγμα που την απορροφούσε τόσο, ώστε πότε πότε ξεχνούσε ακόμα και το φαγητό της. Μελετούσε ‒μόνη της προς το παρόν‒ καθημερινά στο πιάνο, πάνω στο οποίο η γιαγιά Φρόσω της άφηνε συχνά ένα ποτήρι γάλα, που ώρες αργότερα η Μαίρη τύχαινε να μην το έχει καν ακουμπήσει.

Μια γυναίκα χωρίς ολοκληρωμένη μόρφωση

Η στέρηση μιας ολοκληρωμένης παιδείας και μόρφωσης, δηλαδή, εκτός από τη μουσική είναι άλλο ένα από αυτά που η Μαίρη θα καταμαρτυρούσε στη μητέρα της. Το 1937 πήγα στην Αθήνα κι άρχισα αμέσως το Ωδείο. Σπουδές, δηλαδή, και σύντομα εμφάνιση στη σκηνή, ντεμπουτάρισα μόλις δεκατεσσάρων ετών. Ας πούμε, λοιπόν, ότι μόρφωση δεν απέκτησα! Έτσι (δυστυχώς) είναι!... 

Τα εισοδήματα του σπιτικού ήταν πολύ περιορισμένα, αφού την πενιχρή σύνταξη της Φρόσως συμπλήρωναν μόνο οι μισθοί των δυο εργαζομένων κοριτσιών της, της Σοφίας και της Κάκιας. Η τελευταία ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Γεωργίας, ενώ η Σοφία, που αρχικά είχε γίνει ιδιαιτέρα του πρώτους της ξαδέλφου, Κωνσταντίνου Λούρου, στο ιατρείο του της οδού Βησσαρίωνος, εργαζόταν από καιρό στην Εφορία Υλικού Πολέμου, πίσω από τη Ριζάρειο και κατά μήκος του Ιλισού, περίπου ως εκεί που σήμερα στέκει το ξενοδοχείο Hilton.

Φυσικά, η διατροφή έξι ατόμων με μια σύνταξη και δυο μισθούς ελληνικού Δημοσίου δεν άφηνε περιθώριο για οικονομική υποστήριξη της Λίτσας και των παιδιών της. Η φιλοξενία τους, λοιπόν, θα δημιουργούσε δυσβάστακτο βάρος και, παρότι η Λίτσα έγραψε συγκαταβατικά ότι και τότε ακόμα η οικογένειά της «δεν ήταν φτωχή», αλλού ομολόγησε ότι τα οικονομικά της μέσα άφηναν μικρό περιθώριο γι’ αυτήν και τις κόρες της.

Όσο για την Τζάκυ, εκείνη αντιλήφθηκε γρήγορα τα προβλήματα: «Η μητέρα, με τον επιπόλαιο τρόπο που σκεπτόταν, είχε χτίσει ένα χάρτινο πύργο γύρω από την οικογένειά της […] Παρότι ήταν αλήθεια ότι οι μακρινοί μας συγγενείς Λούρου είχαν διασυνδέσεις με τα Ανάκτορα, ο άμεσος κύκλος μας ήταν βασικά μικροαστικός. Άκουγαν τα ατέλειωτα φιλόδοξα σχέδια της μητέρας, κοιταζόντουσαν κι απορούσαν […] Υποψιάζομαι ότι μάλλον θα ήθελαν να περάσει αυτή μερικές καλές διακοπές και μετά να τα μαζεύει και να γυρίζει σπίτι, στον άντρα της». 

Φωτογραφία με τον σύζυγο της, τον εφοπλιστή Τζοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι, το 1951. Φωτ.: ΑΡ

 

Τα όνειρα για μια καριέρα στη Σκάλα του Μιλάνου

Στους περιπάτους αυτούς (με το θείο της) λοιπόν, και κυρίως στον Βασιλικό Κήπο, η Μαίρη γινόταν ιδιαίτερα χαρούμενη κι ομιλητική. Εξέφραζε τότε στο θείο της με αυτοπεποίθηση τα όνειρά της για μια μεγάλη καριέρα: Θείε, θα έρχεσαι να μ’ ακούς στη Scala του Μιλάνου; τον ρώτησε μια μέρα. «Μαίρη, παιδί μου, άλλη σκάλα δεν σου κάνει; Μόνο του Μιλάνου θέλεις;» την πείραξε ο Δούκας. Ναι, θείε, επέμεινε εκείνη, εγώ εκεί θα τραγουδάω και θα έρχεσαι να μ’ ακούς!

Κάποτε που ο Δούκας θα πήγαινε σ’ ένα νυχτερινό κέντρο, η Μαίρη του ζήτησε να την πάρει μαζί του. Για να ξεπεραστεί η οικογενειακή αντίδραση, βγήκαν κάπως νωρίτερα και πήγαν εκεί όπου το βράδυ έπαιζε πιάνο ο φίλος του Άγγελος Ρακίνας. Όταν ο Ρακίνας τον ρώτησε ποιο ήταν το κορίτσι που καθόταν μαζί του, ο Δούκας του είπε, πειράζοντας τη Μαίρη: «Είναι η ανιψιά μου, που θα τραγουδήσει στη Scala του Μιλάνου».

Ο Ρακίνας προσφέρθηκε τότε να την ακομπανιάρει κι εκείνη τραγούδησε την ελληνική παραλλαγή του «La Paloma», «Μην κλαις, γλυκιά Μαριώ». Ο πιανίστας έμεινε με το στόμα ανοιχτό, τα τζάμια του κέντρου έτριξαν και μερικοί περαστικοί κοντοστάθηκαν, όπως είχε γίνει πριν από λίγα χρόνια και στη Νέα Υόρκη. Αυτή ήταν πιθανόν και η πρώτη φορά που η Μαίρη τραγούδησε ‒εντελώς ανεπίσημα βέβαια‒ σε δημόσιο χώρο στην Ελλάδα. 

Μια δημόσια διαμάχη-σκάνδαλο

To 1957, στο πλαίσιο αντιδικίας του με τη Μαίρη (που είχε αρνηθεί απότομα να τον δει, πάνω στον εκνευρισμό της αδιαθεσίας η οποία την ανάγκασε να ματαιώσει την πρώτη της εμφάνιση στο Ηρώδειο), ο θείος της Δούκας Δημητριάδης θα γράψει στα «Νέα» ότι το 1937 η αδελφή του Λίτσα με τις δύο της κόρες «φιλοξενήθηκαν επί δύο συνεχή έτη» στο σπίτι του στα Σεπόλια: «Φιλοξενία πλήρης. Αλλά και μετά το διάστημα των δυο ετών, όταν έπιασαν σπίτι πλησίον της πλατείας Αμερικής, είχαν την ηθικήν μου συμπαράστασιν. Ιδιαιτέρως προς την Μαρίαν είχα επιδείξει τόσον εγώ όσο και η οικογένειά μου στοργήν και αγάπη».

Η αναφορά διετούς «πλήρους φιλοξενίας» στα Σεπόλια (σε σπίτι, μάλιστα, που δεν ήταν δικό του) είναι απολύτως αστήρικτη. Αυτό εξαγρίωσε τη Μαρία, η οποία σε συνέντευξή της στην Ελένη Βλάχου είπε τότε δηκτικά: Έχω, φαίνεται, και ένα θείο που δεν με πλησίασε ποτέ, όσα χρόνια ζούσα στην Ελλάδα, που δεν γνωρίζω και που τώρα γράφει γράμματα εναντίον μου. Στον «Εθνικό Κήρυκα» (4 Αυγ. 1957) δήλωσε επίσης ότι δεν γνώριζε ούτε κατ’ όψιν το θείο της: Ξέρω μόνο ότι η μητέρα μου είχε και κάποιον αδελφόν που τον έλεγαν Δούκα και κατοικούσε κάπου εκεί, στα Λιόσια. Δεν θυμάμαι να τον είδα, εκτός και αν αυτό συνέβη στα πολύ μικρά μου χρόνια.

Οι δηλώσεις αυτές ήταν άστοχες κι εμπεριείχαν ίσως κακία, αφού σίγουρα η Μαρία θα θυμόταν τον Δούκα και τους περιπάτους που έκανε μαζί του. Ο Δούκας θ’ ανταπαντήσει («Αθηναϊκή», 5 Αυγ. 1957): «Με ξέρει και με καλοξέρει. Αλλά αφού της αρέσει να λέει ψέματα, ας λέει. Δικαίωμά της είναι». Όπως θα δούμε, πάντως, είναι γεγονός ότι, ως αποτέλεσμα οικογενειακών προστριβών, οι σχέσεις των Καλογερόπουλων με τους περισσότερους Δημητριάδηδες πολύ γρήγορα μειώθηκαν στο ελάχιστο κι αργότερα, στη διάρκεια της Κατοχής, σταμάτησαν σχεδόν εντελώς. 

Η Μαρία Κάλλας ως Βιολέτα στην «Τραβιάτα» του Βέρντι στην Πόλη του Μεξικού τον Ιούλιο του 1951.

 

Οι σπουδές, οι διαφωνίες, ένα μέρος της μυθικής εικόνας της

Επανειλημμένως, αργότερα, η Μαρία θα έλεγε πως δεν είχε επιλέξει η ίδια το τραγούδι: Η μοίρα με έφερε σ’ αυτήν τη σταδιοδρομία. Δεν μπόρεσα να ξεφύγω. Πιέστηκα να την ακολουθήσω, αρκετά συχνά, πρώτα από τη μητέρα μου, ύστερα από τον άντρα μου. Ευχαρίστως θα την είχα εγκαταλείψει. Αυτό πιθανόν θα καταπλήξει κόσμο, αλλά θα το έκανα! όπως θα έλεγε το 1970. Ήδη, δυο χρόνια νωρίτερα, είχε υποστηρίξει: Η νοοτροπία μου κι ο κώδικας συμπεριφοράς μου θεμελιώθηκαν νωρίς στη ζωή μου, όχι από μένα αλλά από την οικογένειά μου – τη μητέρα μου κυρίως, που ήλεγχε την οικογένεια τότε […] Το πρόγραμμα [της μητέρας μου] ήταν, βέβαια, ότι θα γινόμουν τραγουδίστρια, καλλιτέχνης εν πάση περιπτώσει. Οι γονείς συνήθως λένε: “Εγώ θυσίασα τον εαυτό μου για σένα, έτσι ώστε να κάνεις εσύ εκείνο που επρόκειτο να κάνω εγώ στη ζωή μου”. Το πρόγραμμα που συμφωνήσαμε, λοιπόν, ήταν να σπουδάσω και όχι να τραγουδήσω αμέσως. Φοβούμαι, ωστόσο, ότι αυτό δεν τηρήθηκε για πολύ.

Δεν θα πρέπει, ωστόσο, κανείς να ξεχνάει πως η Μαίρη είχε εκδηλώσει ήδη επανειλημμένα, από εκείνη την τρυφερή ηλικία, τη φιλοδοξία να τραγουδήσει στις μεγάλες όπερες του κόσμου. Επίσης, ότι όχι μόνο μελετούσε πιάνο και τραγούδι μόνη της επί πολλές ώρες αλλά κι ότι είχε δεχτεί να σπουδάσει τραγούδι κατά δική της ομολογία, εφόσον θα αποδεικνυόταν ικανή να γίνει μια μεγάλη τραγουδίστρια. Θα σπούδαζε λοιπόν τραγούδι, όπως θα πει αργότερα, αλλά υπό τον όρο ότι, και για όσο καιρό, θα κέρδιζε υποτροφίες: Το γεγονός αυτό θα σήμαινε για μένα μια σταθερή εγγύηση πως οι γονείς μου δεν είχαν αυταπάτες πιστεύοντας στη φωνή μου. Επομένως, οι όψιμες διαμαρτυρίες της Μαρίας ότι το τραγούδι «της επεβλήθη» ήταν υπερβολικές, αποτελώντας μέρος της μυθικής εικόνας την οποία η ίδια εν πολλοίς θα έπλαθε. 

Σε όλη τη διάρκεια των σπουδών της, πάντως, η Μαίρη δεν θα πληρώσει ούτε δραχμή για δίδακτρα, αφού θα παίρνει μόνιμα υποτροφίες. Το σύστημα υποτροφιών στα ελληνικά ωδεία ήταν αρκετά απλόχερο εκείνη την εποχή και η Μαίρη ‒που συνήθως είχε επίγνωση της πραγματικότητας‒ δεν θα πρέπει να θεωρούσε πως οι υποτροφίες της ήταν αληθινή εγγύηση μελλοντικής επιτυχίας. Αυτοπεποίθηση θα άρχιζε να αποκτά με την επίδοση και της επιτυχίες της και με τη γρήγορη αναγνώριση του ταλέντου της στους μουσικούς κύκλους της Αθήνας.

Όσο για τις υποτροφίες ‒τις οποίες έπαιρναν με μέσον και άλλες μαθήτριες, με πολύ μέτριες φωνές‒ αυτές ήταν τελικά για τη Μαίρη απλώς η απαραίτητη οικονομική προϋπόθεση για να σπουδάσει, αφού η Λίτσα δεν μπορούσε να της πληρώνει δίδακτρα. Αλλά σήμαιναν και πως η Μαίρη θα μπορούσε να καθορίζει κάπως την πορεία της η ίδια, ακολουθώντας δικές της επιλογές κι ανεξαρτοποιούμενη προοδευτικά από τη μητέρα της.

Η τελευταία θα πει μια μέρα: «Ό,τι πέτυχε η Μαρία το οφείλει σ’ εμένα. Εγώ την έγραψα στο Ωδείο με χίλιες δυο στερήσεις». Αλλά η Μαρία θα την αντικρούσει: Δεν είναι αλήθεια. Μ’ έγραψε στο Ωδείο γιατί ήξερε πως έτσι θα κέρδιζα χρήματα γρηγορότερα από κάθε άλλη δουλειά. Έπειτα, δεν στερήθηκε. Από το δεύτερο (sic) χρόνο συνέχισα τις σπουδές μου με υποτροφία.

To 1954 με πολύ αυστηρή δίαιτα χάνει 30 κιλά και μεταμορφώνεται.

Φωτ.: ΑΡ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή:lifo.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Ό,τι νεότερο!
 
Τα πιο διαβασμένα